
«ΤΖΕΝΗ ΤΖΕΝΗ»: Κριτική Παράστασης
✒️Γράφει: Dr. Σωτήρης Σουλούκος
Παρακολουθήσαμε την παράσταση «ΤΖΕΝΗ ΤΖΕΝΗ» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.


Τι έχετε, βρε; Τι τρωγόσαστε; Τι φωνάζετε; – Θεία Ματίνα Σκούταρη (Άγγελος Παπαδημητρίου)
Η ανιψιά σου, θέλει να γίνει σοφή! – Κοσμάς Σκούταρης (Νίκος Καραθάνος)
Αυτό είναι ο προορισμός του ανθρώπου! – Τζένη Σκούταρη (Γαλήνη Χατζηπασχάλη)
Δεν θέλω σοφή στην οικογένεια μου! – Κοσμάς Σκούταρης
Βρε, άδικα, άδικα τρωγόσαστε! Ούτε σοφή θα γίνει ούτε κάτι άλλο! – Θεία
Γιατί, θεία; – Τζένη
Γιατί εσένα, Τζένη μου, η μοίρα σου είναι αλλιώτικη! Βλέπω γάμο! – Θεία
«ΤΖΕΝΗ ΤΖΕΝΗ»: Όταν η μνήμη γίνεται θέατρο!
Όλα ξεκινούν μέσα σε σκιές, καπνούς και ήχους που μοιάζουν να έρχονται από μια άλλη εποχή. Η σκηνή θυμίζει τελετουργία μύησης. Σαν να ανοίγει αργά μια μυστική πόρτα προς τον κόσμο του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Οι μουσικές, οι φωτισμοί, οι πρώτες εικόνες δημιουργούν από την αρχή μια αίσθηση νοσταλγίας αλλά και συγκίνησης. Το «ΤΖΕΝΗ ΤΖΕΝΗ – Ένα ηλιόλουστο Ρέκβιεμ» δεν επιχειρεί απλώς να αναβιώσει μια αγαπημένη ταινία· μοιάζει περισσότερο με μια θεατρική τελετή μνήμης αφιερωμένη σε μια ολόκληρη εποχή, στους ανθρώπους της, στις φωνές, στα τραγούδια και στις εικόνες που σημάδεψαν γενιές θεατών.
Η παράσταση πατά πάνω στο έργο των Κώστα Πρετεντέρη και Ασημάκη Γιαλαμά, όμως η διασκευή του Γιάννη Αποσκίτη και κυρίως η σκηνοθετική σύλληψη του Νίκου Καραθάνου δημιουργούν κάτι νέο, προσωπικό και βαθιά θεατρικό. Υπάρχει αγάπη για το πρωτότυπο υλικό, αλλά όχι φόβος απέναντί του. Η ταινία δεν αντιγράφεται· ξαναγεννιέται μέσα από εικόνες, σύμβολα, μουσικές και πρόσωπα που κουβαλούν το χθες και το σήμερα μαζί.
Για όσους έχουν αγαπήσει την ταινία, η παράσταση λειτουργεί σχεδόν συγκινησιακά. Δεν είναι μόνο οι ατάκες ή οι χαρακτήρες που επιστρέφουν. Είναι η αίσθηση μιας εποχής όπου οι ηθοποιοί δημιουργούσαν ανθρώπους αληθινούς, καθημερινούς, γεμάτους πάθη, αδυναμίες και χιούμορ. Κι αυτός ο σεβασμός είναι διάχυτος σε όλους τους συντελεστές. Φαίνεται πως τίποτα δεν αντιμετωπίστηκε επιφανειακά ή ειρωνικά. Αντίθετα, υπάρχει μια ειλικρινής επιθυμία να τιμηθεί κάτι που άφησε βαθύ αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη.
Οι φωτογραφίες της Τζένης Καρέζη και του Ανδρέα Μπάρκουλη, οι μάσκες του Παπαγιαννόπουλου, της Βασιλειάδου, του Αυλωνίτη, του Φωτόπουλου, ακόμη και τα σήματα της Φίνος Φιλμ λειτουργούν σαν μικρές μνημόσυνες εικόνες μιας Ελλάδας που μοιάζει μακρινή αλλά παραμένει ζωντανή μέσα μας. Οι ασπρόμαυρες τηλεοράσεις, οι γνώριμες φωνές, οι ήχοι, οι μυρωδιές που σχεδόν «υπαινίσσεται» η σκηνή, δημιουργούν έναν κόσμο βαθιά οικείο.
Το σκηνικό του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη είναι εντυπωσιακό ακριβώς γιατί καταφέρνει να μεταμορφώνεται συνεχώς χωρίς να χάνει ποτέ τη συνοχή του. Η σκηνή χωρίζεται σε επιμέρους χώρους όπου ξεδιπλώνονται οι διαφορετικές ιστορίες: σπίτια, αυλές, πολιτικά γραφεία, πλοία, γιορτές. Ακόμη και το θαλάσσιο σκι της Τζένης εμφανίζεται με έναν τρόπο σχεδόν ονειρικό και θεατρικά ευφάνταστο. Όλα μοιάζουν να κινούνται ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη μνήμη.
Υπάρχουν σκηνές γεμάτες χρώματα, φώτα και μουσικές που θυμίζουν παλιό ελληνικό γλέντι ή κινηματογραφικό μιούζικαλ, ενώ άλλες αποκτούν σχεδόν τραγική ένταση. Οι συγκρούσεις της Τζένης με την Υβόννη — άλλοτε λεκτικές και άλλοτε σωματικές — έχουν μέσα τους χιούμορ, ανταγωνισμό, αλλά και μια βαθύτερη αγωνία για την επιβίωση, τον έρωτα και την κοινωνική άνοδο.
Ιδιαίτερα δυνατές είναι οι στιγμές όπου όλοι οι ηθοποιοί συγκεντρώνονται μαζί στη σκηνή και κινούνται σχεδόν τελετουργικά προς το κοινό. Οι ομαδικές σκηνές λειτουργούν σαν χορικά αρχαίας τραγωδίας. Ο χορός δεν υπάρχει απλώς για να εντυπωσιάσει· γίνεται τρόπος αφήγησης, τρόπος σύνδεσης των σωμάτων και των ανθρώπων. Άλλοτε συμμετέχουν όλοι μαζί κι άλλοτε ο καθένας μοιάζει να κουβαλά μόνος του τον δικό του πόνο ή τη δική του επιθυμία.
Και κάπου εκεί, μέσα στη γιορτή, εμφανίζεται και το πένθος. Οι ήρωες χτυπούν ξύλο, θρηνούν, φωνάζουν, σαν να προσπαθούν να ξορκίσουν το κακό και όσα χάθηκαν. Είναι μια στιγμή σχεδόν ανατριχιαστική, γιατί κάτω από το λαμπερό καλοκαίρι, τα τραγούδια και το χιούμορ, υπάρχει πάντα κάτι εύθραυστο. Ένα τέλος που πλησιάζει. Ένα όνειρο που κινδυνεύει να σπάσει.
Τα σπασμένα πιάτα που γεμίζουν τη σκηνή λειτουργούν σαν σύμβολο της θραύσης των σχέσεων, των προσδοκιών και της ίδιας της καρδιάς των ηρώων. Και όταν στο τέλος όλα μοιάζουν να αποκαθίστανται, όταν ο έρωτας νικά και τα κομμάτια ενώνονται ξανά, η συγκίνηση έρχεται αβίαστα. Σαν να ολοκληρώνεται ένας κύκλος.
Η εκκλησία που στροβιλίζεται πάνω στη σκηνή θυμίζει μικρό ελληνικό νησί μέσα σε καλοκαιρινή καταιγίδα. Το ελληνικό φως, ο ήλιος, η θάλασσα, η πολιτική, οι μικρές καθημερινές αγωνίες, οι έρωτες και οι ίντριγκες συνυπάρχουν όλα μαζί σε μια παράσταση που μοιάζει ταυτόχρονα γιορτή και αποχαιρετισμός.
Μιλάτε σαν την Ιφιγένεια! Όταν την θυσίαζαν στην Αυλίδα! – Τζένη
Μήπως δεν είμαι; Μια Ιφιγένεια με παντελόνια! – Νίκος Μαντάς (Χρήστος Λούλης)
Εγώ νόμιζα πως εγώ είμαι το τραγικό πρόσωπο αυτής της κωμωδίας… – Τζένη
Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη, στον ρόλο της Τζένης Σκούταρη, κινείται στη σκηνή με μια σπάνια ελαφρότητα, σχεδόν σαν να αιωρείται ανάμεσα στην αθωότητα και στη δύναμη. Όμορφη, φωτεινή και αεικίνητη, αποδίδει μια γυναίκα που κουβαλά μέσα της μια αφελή απλότητα και μια βαθιά αξιοπρέπεια που δεν χάνεται ποτέ. Στην αρχή μοιάζει σχεδόν αέρινη, με μια νεανική ανεμελιά, όμως όσο προχωρά η ιστορία βλέπουμε μια γυναίκα που ωριμάζει βίαια. Στο τέλος «ξυπνά», αγριεύει, πατά γερά στα πόδια της και υπερασπίζεται τον εαυτό της με πείσμα και ένταση. Η μετάβασή της αυτή γίνεται οργανικά και χωρίς υπερβολές, δίνοντας στην ηρωίδα μια αλήθεια συγκινητική.
Ο Νίκος Καραθάνος, ως Κοσμάς Σκούταρης, είναι βαθιά ανθρώπινος και συγκινητικός. Αποδίδει με αγνότητα και λεπτότητα έναν άνθρωπο απλό, καλοπροαίρετο, που μπλέκεται στον κόσμο της πολιτικής χωρίς να καταλαβαίνει πλήρως τους μηχανισμούς και τα παιχνίδια εξουσίας που τον περιβάλλουν. Η ερμηνεία του ισορροπεί συνεχώς ανάμεσα στην τρυφερότητα και στη σκληρότητα που γεννά η ανάγκη της επιβίωσης. Δεν παρουσιάζει έναν «ήρωα», αλλά έναν καθημερινό άνθρωπο που παρασύρεται, ονειρεύεται, απογοητεύεται και συνεχίζει.
Ο Άγγελος Παπαδημητρίου, ως θεία Ματίνα Σκούταρη, λειτουργεί σαν ένας σταθερός άξονας μέσα στον κόσμο της παράστασης. Στέκεται δίπλα στην ανιψιά και στον αδερφό της σαν βράχος, σαν μια μορφή που έχει μάθει να αντέχει και να προστατεύει χωρίς πολλά λόγια. Η επιλογή του Άγγελου Παπαδημητρίου για τον ρόλο προσδίδει μια ιδιαίτερη διάσταση στη θεία Ματίνα. Υπάρχει κάτι βαθιά αληθινό στον τρόπο που αποδίδεται αυτή η γυναίκα μιας άλλης εποχής, που η ζωή και οι δυσκολίες έχουν «σβήσει» τα συμβατικά θηλυκά χαρακτηριστικά της, αφήνοντας στη θέση τους μια αντοχή και μια εσωτερική δύναμη.
Ο Χρήστος Λούλης, ως Νίκος Μαντάς, αποδίδει εξαιρετικά έναν νέο πολιτικό που κινείται διαρκώς ανάμεσα στη φιλοδοξία, στο πάθος και στην αφέλεια. Ο ήρωάς του μοιάζει να παρασύρεται συνεχώς από καταστάσεις μεγαλύτερες από τον ίδιο, κάνοντας το ένα λάθος μετά το άλλο όχι από κακία, αλλά από επιθυμία, παρόρμηση και αδυναμία να ελέγξει όσα συμβαίνουν γύρω του. Ο Λούλης χτίζει έναν άνθρωπο γοητευτικό αλλά και εύθραυστο, που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην εικόνα που θέλει να δείξει και σε αυτό που πραγματικά είναι. Η ερμηνεία του έχει ρυθμό, ένταση και μια νευρικότητα που ταιριάζει απόλυτα στον χαρακτήρα.
Η Χάρις Αλεξίου, ως Νταϊάνα Κασανδρή, γεμίζει τη σκηνή με μια αριστοκρατική παρουσία ήρεμη αλλά επιβλητική. Στέκεται δίπλα στον άντρα της σαν σταθερή δύναμη, σαν ένας άνθρωπος που γνωρίζει καλά πώς λειτουργεί ο κόσμος της εξουσίας και της κοινωνικής επιρροής. Πίσω από την κομψότητα και τη φαινομενική ψυχραιμία της υπάρχει μια γυναίκα αποφασισμένη να προστατεύσει όσα έχει χτίσει.
Ο Κώστας Μπερικόπουλος, ως Μίλτος Κασανδρής, αποδίδει με ακρίβεια έναν άνθρωπο που έχει μάθει να κινεί τα νήματα της εξουσίας. Αδίστακτος, αυστηρός και απόλυτα προσανατολισμένος στον στόχο του, είναι διατεθειμένος να χρησιμοποιήσει τους πάντες και τα πάντα προκειμένου να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της οικογένειας και να βοηθήσει στην εκλογή του ανιψιού του.
Η Ζέτα Μακρυπούλια, ως Υβόννη Καρίπη, εμφανίζεται λαμπερή, γοητευτική και ταυτόχρονα ως βαθιά καιροσκοπική. Δημιουργεί μια γυναίκα που γνωρίζει καλά τη δύναμη της εικόνας και της γοητείας της και είναι αποφασισμένη να τις χρησιμοποιήσει για να πετύχει όσα θέλει. Η Υβόννη της είναι μια κλασική μοιραία γυναίκα, αλλά κάτω από τη λάμψη και την επιφανειακή αυτοπεποίθηση διακρίνεται και η αγωνία μιας γυναίκας που παλεύει να εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο ανταγωνισμό και συμφέροντα.
Η Ιωάννα Μαυρέα, ως Κλάρα Καρίπη, κινείται διαρκώς ανάμεσα στο χιούμορ και στη συγκίνηση. Αποδίδει με λεπτότητα μια μάνα που κουβαλά τις φιλοδοξίες, τις ματαιώσεις και τους φόβους μιας ολόκληρης εποχής. Άλλοτε υπερβολική και αστεία, άλλοτε βαθιά ανθρώπινη και σκληρή, προσπαθεί με κάθε τρόπο να οδηγήσει την κόρη της προς τη ζωή που θεωρεί σωστή.
Ο Γιάννης Κότσιφας, ο Αλέξανδρος Σκουρλέτης, η Ιωάννα Μπιτούνη και ο Θάνος Μαγκλάρας αποτελούν έναν ζωντανό και απολύτως απαραίτητο πυρήνα της παράστασης. Εναλλάσσονται συνεχώς σε ρόλους, χαρακτήρες και διαθέσεις, συμμετέχοντας άλλοτε στο χιούμορ, άλλοτε στην ένταση και άλλοτε στη βαθιά συγκινητική πλευρά της ιστορίας. Χορεύουν, τραγουδούν, κινούνται αδιάκοπα και λειτουργούν σαν ένας ενιαίος οργανισμός που κρατά τον ρυθμό της παράστασης ζωντανό. Ο καθένας τους συμβάλλει με τον δικό του τρόπο σε αυτό το ιδιαίτερο σκηνικό σύμπαν που δημιουργεί ο Καραθάνος.
Ήθελα να δω, θα την σηκώσετε στα χέρια; Το έχω δει στο σινεμά! – Σοφία η υπηρέτρια (Ιωάννα Μπιτούνη)
Ε, αφού το έχει δει στο Σινεμά, ας μην της χαλάσουμε το χατίρι. Ας το δει και στο θέατρο! – Τζένη
Η μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου λειτουργεί σχεδόν σαν ψυχογράφημα των ηρώων. Άλλοτε θυμίζει λατέρνα και παλιές μελωδίες του ελληνικού κινηματογράφου κι άλλοτε αποκτά μια πιο εσωτερική και μελαγχολική διάσταση. Οι γνώριμοι ήχοι δεν χρησιμοποιούνται απλώς νοσταλγικά· συνοδεύουν συναισθηματικά τους ήρωες, σχολιάζουν τη μοναξιά, τον έρωτα, την απώλεια. Η ζωντανή παρουσία των μουσικών επί σκηνής — Βασίλη Παναγιωτόπουλου, Βαγγέλη Παρασκευαΐδη, Αλέξη Στενάκη και Δημήτρη Τίγκα — προσθέτει κάτι βαθιά μυσταγωγικό, σαν να παρακολουθούμε ταυτόχρονα θέατρο και ένα παλιό λαϊκό μουσικό δρώμενο.
Οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου δημιουργούν ατμόσφαιρες που μετακινούνται συνεχώς ανάμεσα στο όνειρο και στον κινηματογράφο, ενώ η κίνηση της Αμάλιας Μπένετ έχει μια ακρίβεια σχεδόν χειρουργική. Τίποτα δεν είναι τυχαίο στις κινήσεις των σωμάτων. Όλα υπηρετούν τον ρυθμό και τη συλλογικότητα της παράστασης.
Ο Νίκος Καραθάνος δεν δημιούργησε απλώς μια θεατρική μεταφορά της ταινίας «Τζένη Τζένη». Έστησε ένα ηλιόλουστο ρέκβιεμ για μια Ελλάδα που χάθηκε, για έναν κινηματογράφο που σημάδεψε ανθρώπους, αλλά και για όλα εκείνα που επιμένουν να ζουν μέσα στη μνήμη μας. Καταφέρνει τελικά να στήσει μια παράσταση που δεν λειτουργεί μόνο ως φόρος τιμής στην ταινία και στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, αλλά ως μια ζωντανή θεατρική εμπειρία με δική της ταυτότητα, ρυθμό και ψυχή.
Δεν έχει καταλάβει οτι η πολιτική θέλει θυσίες! – Νταϊάνα Κασανδρή (Χάρις Αλεξίου)
Μα δεν του ζητάω καμιά μεγάλη θυσία! Να βγει βουλευτής! Αυτό του ζητάω! Και θα βγει οπωσδήποτε! Ακούς; – Μίλτος Κασανδρής (Κώστας Μπερικόπουλος)
Και γιατί μου το λες εμένα; Εγώ θα τον βγάλω; – Νταϊάνα
Στο λέω για να του μιλήσεις! – Μίλτος
Εσύ θα του μιλήσεις! […] Η πολιτική θέλει θυσίες! […] Θέλει θυσίες Κασανδρή! – Νταϊάνα
Το ξέρω Νταϊάνα, είπαμε το ξέρω! – Μίλτος
Μην φωνάζεις! Γιατί βλέπω την θυσία μπροστά στα μάτια μου. Κοίτα εκεί! Η Τζένη μιλάει με τον Νίκο…! – Νταϊάνα
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ: ΕΔΩ
Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.

Πρωτότυπο κείμενο: Κώστας Πρετεντέρης, Ασημάκης Γιαλαμάς
Σκηνοθεσία – σύλληψη: Νίκος Καραθάνος
Διασκευή – δραματουργική επεξεργασία: Γιάννης Αποσκίτης
Σκηνικά: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Σχεδιασμός ήχου-ηχοληψία: Νικόλας Καζάζης
Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Κίνηση: Αμάλια Μπένετ
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Δημήτρης Σταυρόπουλος & Ορέστης Σταυρόπουλος
Διεύθυνση παραγωγής: Έφη Πανουργιά
Επικοινωνία – Γραφείο Τύπου: Μαρία Τσολάκη
Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media, Βασίλης Ζαρκαδούλας
Συμπαραγωγή: Τεχνηχώρος Θεατρικές Παραγωγές
Το ΣΚΟΥΤΑΡΕΪΚΟ
· Τζένη Σκούταρη: Γαλήνη Χατζηπασχάλη
· Κοσμάς Σκούταρης: Νίκος Καραθάνος
· Ματίνα Σκούταρη: Άγγελος Παπαδημητρίου
Το ΚΑΣΑΝΔΡΕΪΚΟ
· Νίκος Μαντάς: Χρήστος Λούλης
· Ντιάνα Κασανδρή: Χάρις Αλεξίου
· Μίλτος Κασανδρής: Κώστας Μπερικόπουλος
ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΕΣ
· Υβόννη Καρίπη: Ζέτα Μακρυπούλια
· Κλάρα Καρίπη: Ιωάννα Μαυρέα
ΑΛΛΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
· Ανδρέας Δερμέζης, Στράτος, μπράβος: Γιάννης Κότσιφας
· Μίμης Φραγκόπουλος, νησιώτης, αστυνομικός: Αλέξανδρος Σκουρλέτης
· Σοφία η υπηρέτρια: Ιωάννα Μπιτούνη
Μπράβος, Παππάς, Εφοπλιστής: Θάνος Μαγκλάρας
ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ
Πιάνο τρομπόνι Βασίλης Παναγιώτοπουλος
Βιμπραφωνο κρουστά Βαγγέλης Παρασκευαΐδης
Κλαρινέτο σαξόφωνο Αλέξης Στενακης
Κοντραμπάσο Δημήτρης Τιγκας











