
«ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ»: Κριτική Παράστασης
✒️ Γράφει: Σωτήρης Σουλούκος
Φωτογραφίες ©: Ιωάννης Αρμυριώτης
Παρακολουθήσαμε την παράσταση «ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ» στο Θέατρο Παλλάς και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.
Δείτε επίσης: «ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ»: Η μεγαλειώδης πρεμιέρα της παράστασης! (Φωτογραφίες)
Αλεξάνδρεια: σταυροδρόμι πολιτισμών, πόλη των αντιθέσεων, της φαντασίας και της μνήμης. Κάθε γωνιά της κρύβει ιστορίες έρωτα, πάθους και εξουσίας. Κι εκεί, κάτω από τον απέραντο ουρανό της, η νεαρή Άννα θα βρει τον κόσμο που πάντα ονειρευόταν αλλά και πτυχές του που ποτέ δεν περίμενε.
Το Θέατρο Παλλάς παρουσιάζει την παράσταση «Αλεξάνδρεια», σε σύλληψη και σκηνοθεσία του Φωκά Ευαγγελινού, και πρωτότυπο κείμενο της Ζέτης Φίτσιου. Μια ιστορία όπου ο έρωτας, η Ιστορία και η ανθρώπινη μοίρα μπλέκονται σε μια μοναδική, πολυδιάστατη, θεατρική εμπειρία.
Λίγα λόγια για την ιστορία: Αθήνα, δεκαετία του ’60. Η Άννα, μια διάσημη ηθοποιός, έρχεται αντιμέτωπη με το παρελθόν της όταν ένας νεαρός δημοσιογράφος φέρνει στο φως ένα παλιό βιβλίο. Οι μνήμες την ταξιδεύουν πίσω στην Αλεξάνδρεια της δεκαετίας του ’30. Μια πόλη-σταυροδρόμι πολιτισμών, αντιθέσεων και συμφερόντων, όπου οι κοινωνικές ανισότητες και τα πολιτικά παιχνίδια καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων, ενώ το ελληνικό πνεύμα ακμάζει μέσα σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον. Η νεαρή τότε Άννα, με το αδιαμφισβήτητο ταλέντο της, εισέρχεται σε μια λαμπερή αλλά επικίνδυνη κοινωνία. Εκεί γεννιέται ένας παθιασμένος, αλλά δύσκολος έρωτας με τον Αλέξανδρο, καθρεφτίζοντας τα ταξικά και ηθικά διλήμματα της εποχής. Καθώς η Μέση Ανατολή σείεται από συγκρούσεις και γεωπολιτικές διεκδικήσεις, ένας φόνος ανατρέπει τη ζωή της Άννας και τη συνδέει με την ευρύτερη Ιστορία. Η αφήγησή της αποκαλύπτει τόσο τη δική της πορεία όσο και την αθέατη πλευρά μιας εποχής που καθόρισε έναν ολόκληρο κόσμο. Με ιστορικά και πολιτιστικά στοιχεία, η παράσταση ζωντανεύει την Αλεξάνδρεια ως σημαντικό κέντρο πολιτισμού και πνευματικότητας.



«ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ»: Μια ανεπανάληπτη εμπειρία που ζωντανεύει πάνω στη σκηνή του Παλλάς.
Η παράσταση «ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ» είναι μια μαγευτική εμπειρία που μας μεταφέρει πίσω στον χρόνο, στην καρδιά μιας πόλης γεμάτης ιστορία και συναισθήματα. Η σκηνή ανοίγει με μια κόκκινη αυλαία, με την πρωταγωνίστρια να κοιτά το κοινό που είναι στην άλλη πλευρά της σκηνής, προσφέροντας μια πρώτη αίσθηση της μοναδικής ατμόσφαιρας που θα ακολουθήσει. Ένα χειροκρότημα, ένα φινάλε και το καμαρίνι της εμφανίζεται. Ένας νεαρός κάνει την εμφάνιση του και την αναστατώνει. Της ξυπνά μνήμες που δεν θέλει και αρχίζει να αφηγείται τη ζωή της.
Θα ’θελα αυτήν την μνήμη να την πω…
Μα έτσι εσβήσθη πια… σαν τίποτε δεν απομένει —
γιατί μακριά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.
Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί…
Εκείνη του Αυγούστου — Αύγουστος ήταν; — η βραδιά…
Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια· ήσαν, θαρρώ, μαβιά…
Α ναι, μαβιά· ένα σαπφείρινο μαβί.
Το ξεκίνημα μοιάζει σχεδόν τυχαίο, σαν μια σκιά που γλιστρά μέσα από τις λιθόστρωτες γειτονιές της Αλεξάνδρειας πριν ακόμη χαράξει. Τα σοκάκια είναι στενά, φτιαγμένα για να κρατούν τις φωνές της πόλης μέσα τους· τον ψίθυρο των εμπόρων που ανοίγουν τα μαγαζάκια τους, το γέλιο των παιδιών που τρέχουν, τις προσευχές που ανεβαίνουν από διαφορετικές αυλές αλλά αγγίζουν τον ίδιο ουρανό. Χριστιανοί, Εβραίοι, Μουσουλμάνοι, ταξιδιώτες απ’ όλες τις μεριές της Μεσογείου — όλοι περνούν, κάθονται, ζουν ο ένας δίπλα στον άλλο. Μια πόλη που δεν κοιμάται ποτέ και που κάθε της γωνιά κουβαλάει μια ιστορία. Και δύο νέοι, που συναντήθηκαν τυχαία ή μοιραία.
Έπειτα από τον εκκλησιασμό με τους γονείς τους και την παρέλαση, πηγαίνουν επίσκεψη στο Μουσείο. Τα νεκρικά πορτρέτα από την πόλη Φαγιούμ δεσπόζουν σαν ζωντανοί μάρτυρες άλλων εποχών· πρόσωπα που κοιτούν ευθεία μέσα από το χρόνο, με μάτια τόσο εκφραστικά που νομίζεις πως αν μείνεις αρκετή ώρα, θα σου μιλήσουν. Καθένα τους κουβαλά λόγια ανείπωτα, προσμονές, φόβους — και ίσως μια υπόμνηση ότι ο έρωτας και ο πόνος δεν αλλάζουν, όσο κι αν αλλάξει ο κόσμος γύρω τους.

Την ίδια στιγμή, η πόλη βράζει. Οι φήμες για πολιτικές αναταραχές σέρνονται γρήγορα ανάμεσα στα σοκάκια· συμμαχίες αλλάζουν, ισορροπίες κλονίζονται, και οι κάτοικοι νιώθουν πως κάτι μεγάλο ετοιμάζεται. Η διαμάχη για την κυριαρχία της Αλεξάνδρειας φουντώνει σαν καλοκαιρινή φωτιά που βρίσκει ξερό χορτάρι. Και μέσα σε όλο αυτό το αναβράζον σκηνικό, ένας έρωτας γεννιέται — απρόσμενος, σχεδόν παράλογος. Ένας έρωτας που δεν υπακούει σε σύνορα ούτε σε εποχές, που δείχνει ικανός να διαπεράσει τον χρόνο όπως τα βλέμματα στα πορτρέτα Φαγιούμ.
Η Αλεξάνδρεια μετατρέπεται έτσι στο κέντρο ενός κόσμου που αλλάζει. Όλοι κοιτούν προς αυτήν· άλλοι με θαυμασμό, άλλοι με φόβο, άλλοι με λαχτάρα να την κάνουν δική τους. Είναι μια πόλη όμορφη, αντιφατική, γεμάτη αντιθέσεις που όμως συνθέτουν μια μοναδική αρμονία. Ανάμεσα στους ναούς, τις αγορές, τις αυλές και τα λιμάνια, οι άνθρωποι συναντιούνται: άλλοι μοιάζουν ξένοι, κι όμως έχουν τόσα κοινά· άλλοι φαίνονται ίδιοι, κι όμως κουβαλούν κόσμους εντελώς διαφορετικούς.
Και τελικά, από αυτά τα μικρά, καθημερινά, ανεπαίσθητα αγγίγματα — από σιωπές, από ματιές που κρατούν λίγο παραπάνω, από μια πόλη που ξέρει να γεννά ιστορίες — ξεκινούν όλα.
Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά·
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.



Μια παράσταση γεμάτη πληγές και φως: Οι ερμηνείες που απογειώνουν την ιστορία.
Η Άννα Μάσχα, η πρωταγωνίστρια της ιστορίας, με την εκπληκτική ερμηνεία της, προσφέρει έναν χαρακτήρα τόσο πληγωμένο και τολμηρό που καταφέρνει να μεταδώσει τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις που κουβαλά μέσα της. Δίνει την εντύπωση πως κρατά ένα τριαντάφυλλο που το αγκάθι του την πληγώνει, αλλά το άρωμα του τη μεθά: αυτή είναι η Αλεξάνδρεια για εκείνη. Η πληγή της και η χαρά της είναι εξίσου έντονες.
Ο Χρήστος Νικολάου ενσαρκώνει έναν νεαρό που εμφανίζεται ιδιαίτερα εσωστρεφής και συγκρατημένος, με τόσο φυσικό τρόπο που δημιουργεί την αίσθηση ότι τον γνωρίζεις. Η ερμηνεία του είναι γεμάτη δύναμη και συναίσθημα, προσεγγίζοντας με ευαισθησία το χαρακτήρα του, ενώ η χημεία του με την πρωταγωνίστρια δημιουργεί μια ισχυρή δυναμική επί σκηνής.
Η Εριέττα Μανούρη είναι αδιαμφισβήτητα η καρδιά της παράστασης. Η δυναμική της παρουσία και η αποτύπωση ενός χαρακτήρα τόσο τολμηρού και πληγωμένου ταυτόχρονα, προκαλούν έντονα συναισθήματα. Η υποκριτική της δεν είναι απλώς ερμηνεία, είναι μια εμπειρία. Οι φωνητικές της ικανότητες, αναδεικνύουν τον δυναμισμό της και την εσωτερική πάλη του χαρακτήρα της με τον πιο φυσικό τρόπο, κάνοντάς τον αληθινό και ζωντανό.
Ο Αλκιβιάδης Μαγγόνας είναι πραγματικά εκπληκτικός. Υποδύεται έναν αινιγματικό νέο, μια μορφή που από την πρώτη στιγμή τραβά την προσοχή χωρίς να χρειάζεται να πει πολλά. Η παρουσία του είναι γεμάτη υπόσχεση και μυστήριο, σαν να κουβαλά ένα μυστικό που δεν αποκαλύπτεται ποτέ ολοκληρωμένα. Η ερμηνεία του λειτουργεί σαν κλειδί που ξεκλειδώνει κομμάτια της ιστορίας. Κι όταν στο τέλος συνειδητοποιείς πόσο καθοριστικός υπήρξε ο χαρακτήρας του, αντιλαμβάνεσαι και τη λεπτότητα με την οποία χτίστηκε η παρουσία του στη σκηνή.
Η Ελένη Καρακάση δίνει μια αξέχαστη ερμηνεία σε έναν ρόλο γεμάτο κωμικό δυναμισμό. Χωρίς την παρουσία της, η παράσταση θα έχανε την ισχυρή της αίσθηση της ισορροπίας. Η ικανότητά της να εναλλάσσει με τόση άνεση τις συναισθηματικές αποχρώσεις, από την αυστηρότητα στην αστεία πλευρά του χαρακτήρα της, προσφέρει στιγμές φωτεινότητας και φρεσκάδας, που σπάνε την ένταση της στιγμής.
Η Αλίνα Κοτσοβούλου (φτωχή μητέρα της Εριέττας Μανούρη) υποδύεται έναν ρόλο γεμάτο ενσυναίσθηση και αυστηρότητα, αποπνέοντας μία αίσθηση αγωνίας και προστατευτικότητας απέναντι στην οικογένειά της. Στην αντίθετη πλευρά, ο Δημήτρης Δεγαΐτης, ο σύζυγός της, με τον ρόλο του γεμάτο χιούμορ και τρυφερότητα, δημιουργεί ένα πολύχρωμο δίπολο που προσφέρει μία αίσθηση της πραγματικής οικογενειακής ζωής, χωρίς να χάνει την κωμική του υπόσταση. Οι αστείες πινελιές του χαρακτήρα του φέρνουν μια χρυσή ισορροπία στην παράσταση, που την κάνει πιο ανθρώπινη και πιο οικεία.
Η Λήδα Ματσάγγου, υποδυόμενη την «πλούσια» γυναίκα που πλέκει ίντριγκες και σχέδια, ερμηνεύει έναν χαρακτήρα που αποπνέει ταυτόχρονα τον κυνισμό της ανωτέρας κοινωνίας και μια αίσθηση της αβοήθητης εσωτερικής ανασφάλειας. Ο άντρας της, ο Δημήτρης Μαχαίρας, υποδύεται έναν πονηρό και εντυπωσιακά αντιφατικό χαρακτήρα, που ξεκινά ως συμπαθής αλλά γρήγορα αποκαλύπτει την πιο σκοτεινή του πλευρά, κερδίζοντας την αντιπάθεια του κοινού με μοναδική πειστικότητα.
Ο Ιωάννης Παπαζήσης, στο ρόλο του αντιπαθέστατου Άγγλου στρατιωτικού, καταφέρνει να προκαλέσει την αναστάτωση από την πρώτη του εμφάνιση. Η παρουσία του στην παράσταση λειτουργεί ως καταλύτης που ανατρέπει την ηρεμία και προσθέτει την απαραίτητη ένταση, δημιουργώντας έναν αντιπαθητικό χαρακτήρα.
Η Χριστίνα Αλεξανιαν , από την άλλη πλευρά, υποδύεται με άνεση την αυστηρή και κοινωνικά προσηλωμένη μητέρα, που βρίσκει το μεγαλύτερο εμπόδιο στα όνειρα και τις αξίες της Φωτεινής Παπαθεοδώρου, της κόρης της. Η αλληλεπίδραση αυτών των δύο χαρακτήρων προσφέρει δυναμική ένταση, καθώς η μητέρα μάχεται για την κοινωνική θέση και το κύρος της οικογένειας της, ενώ η κόρη έχει το βλέμμα της στραμμένο στο μέλλον και στους ανθρώπους γύρω της. Και οι δύο υποδύονται με βάθος και τεχνική ακρίβεια
Η παρουσία του Γιάννη Στόλλα (άραβας), όπως και του Γιώργου Ψυχογιού (δικαστής), προσφέρει μια αίσθηση σοβαρότητας και δικαιοσύνης, ενσαρκώνοντας την ανεξαρτησία και τη διαφάνεια που απαιτεί η κρίση, ενώ η σύντομη αλλά ουσιαστική τους εμφάνιση αφήνει μια αίσθηση δικαίου που συνδέεται με την εξέλιξη των γεγονότων.
Οι Αλέξανδρος Σιάτρας και Γιάννης Μάνιος αναδεικνύουν το ταλέντο τους με τρόπο που πραγματικά δεν επιδέχεται μέτρηση — καθένας αφήνει το δικό του αποτύπωμα.
Τέλος, οι Δανάη Πολίτη, Ειρήνη Βαλατσού, Άννα Λεμπεντένκο, Παναγιώτης Παντέρας, Μάγια Βασιλάκη, Νίκος Φραντζέσκος, Βασιλική Σουρρή και Ηλιάνα Ιωαννίδου συμπληρώνουν το σύνολο με συνέπεια, ενέργεια και ταλέντο, δημιουργώντας ένα σύνολο που λειτουργεί άψογα. Η παράσταση δεν θα ήταν ίδια χωρίς την εκπληκτική απόδοση όλων των ηθοποιών. Το πάθος των χαρακτήρων είναι απόλυτα μεταδοτικό και μοναδικό, καθώς ο καθένας βάζει το δικό του λιθαράκι στο αισθητικό άρτιο αποτέλεσμα.
Γιατί ενύχτωσε κι οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
Και τώρα τι θα γενούμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.



Όταν το θέατρο γίνεται τελετουργία: Η Αλεξάνδρεια του Φωκά Ευαγγελινού!
Η «ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ» είναι μια εκπληκτική παράσταση γεμάτη ζωή, ένταση και συναισθήματα. Οι ερμηνείες είναι άψογες και η ατμόσφαιρα που δημιουργείται αναδύει μια μοναδική γοητεία, κάνοντάς σε να θέλεις να επιστρέψεις ξανά και ξανά για να ανακαλύψεις κάτι καινούριο σε αυτήν την ιστορία γεμάτη πάθος και αντίφαση. Η σκηνογραφία και η χρήση των γραφικών είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή, με σκηνές που δημιουργούν την αίσθηση ότι παρακολουθούμε μια ταινία. Η παράσταση εκμεταλλεύεται πλήρως τα μέσα για να μας μεταφέρει στην εξοχή, στα σοκάκια της Αλεξάνδρειας, και σε σπίτια της πόλης με έναν τρόπο κινηματογραφικό, που σε καθηλώνει και σε κάνει να ζεις κάθε στιγμή της ιστορίας.
Η συγκίνηση είναι διάχυτη σε όλη την παράσταση. Από τις έντονες συγκρούσεις και τις σχέσεις που εξελίσσονται, μέχρι τους ήρωες που έχουν να αντιμετωπίσουν τις προσωπικές τους μάχες. Οι θεατές δεν παρακολουθούν απλώς μια ιστορία, αλλά γίνονται μέρος αυτής, καθώς τα συναισθήματα κυλούν αβίαστα από τη σκηνή στο κοινό.
Και κάπου εκεί, μέσα σε αυτή την αδιάκοπη ροή εικόνων και συναισθημάτων, βρίσκεται πάντα μια γυναικεία μορφή, ένα άγαλμα κολοσσιαίων διαστάσεων. Μια παρουσία σχεδόν υπερβατική. Μια φιγούρα που μοιάζει να αναδύεται από την πέτρα της ιστορίας και τη μνήμη των αιώνων. Η αιώνια κοιμωμένη. Στέκει εκεί. Ήταν, είναι και θα είναι. Τα βλέπει όλα, τις συγκρούσεις, τους έρωτες, τις ίντριγκες, τα πάθη των ανθρώπων της. Μα δεν ταράζεται. Η Αλεξάνδρεια δεν φοβάται — απλώς παρατηρεί. Και μέσα στη γαλήνη της, σου δίνει την αίσθηση πως φροντίζει για όλους όσους κινούνται μέσα στα όρια της σκηνής και της ιστορίας της. Μια πόλη που αναπνέει μέσα από το θέατρο. Μια σκιά που γίνεται φως. Μια παρουσία που μετατρέπει την παράσταση σε τελετουργία.
Η μεγαλοφυής σύλληψη της τριπλής επανάληψης μιας σκηνής δίνει στο έργο αρχή μέση και τέλος. Μία σκηνή που στην αρχή δημιουργεί εντύπωση, αλλά δεν γίνεται απολύτως κατανοητή, καθώς χρειάζεται χώρο και χρόνο για να αποκωδικοποιηθεί.
Και φυσικά εκεί είναι και ο Καβάφης. Ο ποιητής της πόλης. Η αρχή και το τέλος της παράστασης. Τα ποιήματά του, οι λέξεις του, οι εικόνες που αφήνει να αιωρούνται μέσα στον χώρο. Ο Αλεξανδρινός που έζησε όσα βλέπουμε να συμβαίνουν στη σκηνή, και που με μια σχεδόν τρομακτική διαύγεια μας δείχνει πως τίποτα δεν είναι πραγματικά ξένο ή μακρινό.
Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί και το εξής: η επιλογή να επαναληφθεί μία σκηνή τρεις φορές είναι ένα εύρημα που λειτουργεί σχεδόν σαν μυστήριο. Την πρώτη φορά αφήνει μια έντονη εντύπωση, αλλά μοιάζει να φυλάει κάποιο κρυμμένο μυστικό— σαν να ζητάει από τον θεατή να της δώσει χρόνο. Καθώς επανέρχεται, αρχίζει να ξεδιπλώνεται, να αποκαλύπτει λεπτομέρειες που δεν είχαν φανεί. Και στην τρίτη επανάληψη αποκτά το πλήρες της νόημα: εκεί ενώνονται η αρχή, η μέση και το τέλος, σαν να βάζει η παράσταση την τελεία της με έναν τρόπο που ήταν από την αρχή προμελετημένος.
Η παράσταση φέρει την υπογραφή του Φωκά Ευαγγελινού, ο οποίος για ακόμη μία φορά αποδεικνύει πόσο άρτια μπορεί να συνδυάζει τη σκηνοθετική του ευαισθησία με μια υψηλής αισθητικής θεατρική γλώσσα. Το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό, με ρυθμό, ακρίβεια και εντυπωσιακές εικόνες.
Το κείμενο της Ζέτης Φίτσιου είναι μοναδικό: διαθέτει ουσία, συναίσθημα και θεατρική δύναμη, υπηρετώντας απόλυτα την ιστορία και τους χαρακτήρες της παράστασης. Η μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα δένει ιδανικά με την ατμόσφαιρα, προσθέτοντας χρώμα, νοσταλγία και ένταση όπου χρειάζεται. Οι στίχοι του Άρη Δαβαράκη έρχονται να ολοκληρώσουν αυτό το καλλιτεχνικό σύνολο, με λόγο ταιριαστό και ουσιαστικό.
Το σκηνικό του Μανόλη Παντελιδάκη είναι πραγματικά αξεπέραστο: μια δημιουργία που δεν λειτουργεί μόνο ως χώρος δράσης, αλλά ως οργανικό μέρος της παράστασης. Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη είναι εύστοχα, προσεγμένα και καλοδουλεμένα, ενώ το video art του Παντελή Μάκκα προσφέρει μια τέλεια οπτική διάσταση, ενισχύοντας τις σκηνές χωρίς να τις επισκιάζει.
Η παράσταση «ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ» είναι μια μαγευτική εμπειρία που σε μεταφέρει πίσω στον χρόνο, στην καρδιά μιας πόλης γεμάτης ιστορία και συναισθήματα. Η σκηνή ανοίγει με μια κόκκινη αυλαία, με την πρωταγωνίστρια να κοιτά το κοινό που είναι στην άλλη πλευρά της σκηνής, προσφέροντας μια πρώτη αίσθηση της μοναδικής ατμόσφαιρας που θα ακολουθήσει. Ένα χειροκρότημα, ένα φινάλε και το καμαρίνι της εμφανίζεται. Ένας νεαρός κάνει την εμφάνιση του και την αναστατώνει. Της ξυπνά μνήμες που δεν θέλει αλλά παρόλα αυτά αρχίζει να αφηγείται τη ζωή της.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.
Η «ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ» δεν είναι απλώς μια παράσταση· είναι μια εμπειρία που ζωντανεύει την ιστορία, τα πάθη και τα μυστικά μιας πόλης μέσα από την τέχνη του θεάτρου. Με μοναδικές ερμηνείες, εντυπωσιακή σκηνογραφία και ατμόσφαιρα γεμάτη συναίσθημα, καταφέρνει να αγγίξει τον θεατή σε κάθε ηλικία, αφήνοντας πίσω της μια αίσθηση μαγείας, προβληματισμού και θαυμασμού για τη δύναμη της τέχνης να κάνει τον χρόνο να σταματά και την πόλη να ανασαίνει πάνω στη σκηνή.
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ: ΕΔΩ
Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Σύλληψη – Σκηνοθεσία: Φωκάς Ευαγγελινός
Κείμενο: Ζέτη Φίτσιου
Δραματουργική επεξεργασία: Γιάννης Παναγόπουλος
Μουσική: Ευανθία Ρεμπούτσικα
Στίχοι: Άρης Δαβαράκης
Σκηνικό: Μανόλης Παντελιδάκης
Ενδυματολόγος: Ιωάννα Τσάμη
Video art: Παντελής Μάκκα
Σχεδιασμός φωτισμών: Γιώργος Τέλλος, Στέλλα Κάλτσου
Μουσική διδασκαλία: Πάνος Δήμας
Βοηθός σκηνοθέτη: Εύη Νάκου
Συνεργάτης σκηνογράφος: Ελίνα Δράκου
Τους ρόλους ενσαρκώνει, ένα εξαιρετικό καστ ηθοποιών: Άννα Μάσχα, Εριέττα Μανούρη, Ιωάννης Παπαζήσης, Αλκιβιάδης Μαγγόνας, Χριστίνα Αλεξανιάν, Ελένη Καρακάση, Αλίνα Κοτσοβούλου, Δημήτρης Δεγαΐτης, Φωτεινή Παπαθεοδώρου, Λήδα Ματσάγγου, Γιώργος Ψυχογυιός, Γιάννης Στόλλας, Γιάννης Μάνιος, Αλέξανδρος Σιάτρας, Δημήτρης Μαχαίρας, Χρίστος Νικολάου, Δανάη Πολίτη, Ειρήνη Βαλατσού, Άννα Λεμπεντένκο, Παναγιώτης Παντέρας, Μάγια Βασιλάκη, Νίκος Φραντζέσκος, Βασιλική Σουρρή, Ηλιάνα Ιωαννίδου.
English surtitles are available for this performance.
Θέατρο Παλλάς: Βουκουρεστίου 3-5, Αθήνα
Προπώληση εισιτηρίων: pallastheater.com | more.com στα ταμεία του Θεάτρου
Τιμές εισιτηρίων: 18€, 20€, 30€, 40€, 60€, 80€ ευρώ
Τα άτομα με αναπηρία σε ποσοστό 80% και άνω, μπορούν να προμηθεύονται τα εισιτήριά τους με έκπτωση 30% στη Ζώνη Γ για τις παραστάσεις του έργου “Αλεξάνδρεια” που πραγματοποιούνται κάθε Πέμπτη. Η παροχή της έκπτωσης ισχύει αποκλειστικά με την επίδειξη των απαραίτητων δικαιολογητικών που πιστοποιούν το ποσοστό αναπηρίας.
Δημόσιες σχέσεις – Επικοινωνία: Μαργαρίτα Δρούτσα mdroutsa@gmail.com












