
«Άλκηστις» | Επίδαυρος: Κριτική Παράστασης
✒️ Γράφει: Dr. Σωτήρης Σουλούκος
Φωτογραφίες ©: Ιωάννης Αρμυριώτης
Παρακολουθήσαμε την πρεμιέρα της παράστασης «Άλκηστις» στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.



Άλλον δεν βρήκε πρόθυμο για εκείνον να πεθάνει! Τώρα η Άλκηστις μέσα στα ανάκτορα ψυχορραγεί και οι δούλες την κρατούν στα χέρια γιατί η μέρα έφτασε που είναι γραφτό της να αφήσει τη ζωή… – Απόλλων (Κώστας Νικούλι)
«Άλκηστις»: Μια κατάβαση στα όρια της ζωής και του θανάτου
Υπάρχουν παραστάσεις που σε κερδίζουν από την πρώτη εικόνα, πριν ακόμη ακουστεί η πρώτη λέξη. Έτσι συμβαίνει και με την «Άλκηστη». Η σκηνοθετική πρόταση επιλέγει να αφηγηθεί τον μύθο μέσα από ισχυρούς συμβολισμούς, δημιουργώντας έναν σκηνικό κόσμο που μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο.
Το σκηνικό δεσπόζει επιβλητικό. Μια μεγάλη, υπερυψωμένη, κατάμαυρη κατασκευή, επικλινής, χωρίζει εξαρχής τον κόσμο στα δύο: ένας κεκλιμένος διάδρομος που οδηγεί στο θάνατο σε όσους σταματήσουν να ισορροπούν επάνω σε αυτόν. Κάτω, ο χώρος του Θανάτου. Πάνω, εκείνος των ζωντανών. Δεν πρόκειται για έναν απλό διαχωρισμό επιπέδων, αλλά για μια συνεχή υπενθύμιση πως οι δύο κόσμοι συνυπάρχουν και επικοινωνούν διαρκώς. Οι οπές από τις οποίες αναδύονται τα μέλη του Χορού, τα δαιδαλώδη κλαρινέτα, που θυμίζουν ρίζες που εισέρχονται ή εξέρχονται από τη γη, οι κρήνες που στάζουν ασταμάτητα νερό, όλα συνθέτουν μια εικόνα που λειτουργεί περισσότερο ως εικαστική εγκατάσταση παρά ως συμβατικό σκηνικό.
Το μαύρο κυριαρχεί. Και δικαιολογημένα. Δεν είναι απλώς μια αισθητική επιλογή· είναι η υλική παρουσία του θανάτου. Πάνω σε αυτόν τον σκοτεινό καμβά τα σώματα των ηθοποιών, τα κοστούμια και οι φωτισμοί αποκτούν ιδιαίτερη ένταση, σαν πινελιές ζωγραφικής που μεταβάλλουν συνεχώς τη σύνθεση. Το ημίφως δεν αφήνει ποτέ τον θεατή να αισθανθεί ασφάλεια. Αντίθετα, τον κρατά σε μια διαρκή εκκρεμότητα, όπως ακριβώς και τους ήρωες του έργου.
Από τις πιο ευρηματικές σκηνικές ιδέες είναι η σύνδεση του Απόλλωνα με τον Θάνατο μέσω των χορδών-αόρατων κλωστών. Ο Απόλλωνας με γαλάζιο ένδυμα, ξαπλωμένος από τη στιγμή που οι θεατές εισέρχονται στο θέατρο, στο επάνω μέρος της κατασκευής, ανασηκώνεται αργά, αγγίζει τη χορδή του τόξου του και ένας βαθύς, υπόκωφος ήχος διαπερνά τον χώρο. Λίγο αργότερα, ο Θάνατος κινεί τις ίδιες χορδές. Οι δύο κόσμοι μοιάζουν να επικοινωνούν μέσα από έναν κοινό παλμό, σαν η ζωή και ο θάνατος να αποτελούν δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας. Είναι μια σκηνική εικόνα που δύσκολα ξεχνιέται.



Τι είναι αυτή η σιωπή; Γιατί τόση ησυχία στο σπίτι του Άδμητου; – Χορός
Εξίσου δυνατή είναι και η είσοδος του Χορού. Τα μέλη του αναδύονται μέσα από τα ανοίγματα της σκηνής σαν να ξεπηδούν από τα έγκατα της γης. Στην αρχή δυσκολεύονται να σταθούν όρθια. Γλιστρούν, πέφτουν, έρπουν, ξανασηκώνονται. Η κίνηση γίνεται μέρος της αφήγησης, αποτυπώνοντας τη δυσκολία του ανθρώπου να ισορροπήσει απέναντι στην απώλεια. Ακόμη και η μουσική γεννιέται από τα ίδια τους τα σώματα, από τα χτυπήματα των ποδιών, από τις χορδές και τα δοξάρια, δημιουργώντας ένα σχεδόν τελετουργικό ηχητικό τοπίο.
Η παρουσία του Θανάτου είναι από τις πιο επιβλητικές της παράστασης. Πλαισιωμένος από το μαύρο του ένδυμα δεσπόζει στη σκηνή. Από την πρώτη στιγμή επαναλαμβάνει σχεδόν ψιθυριστά πως «όλα τα γεννά η γη και όλα τα παίρνει πίσω», δίνοντας τον τόνο όσων θα ακολουθήσουν. Δεν παρουσιάζεται ως ένα τέρας που τρομάζει, αλλά ως μια δύναμη αναπόφευκτη, σχεδόν αδιάφορη απέναντι στον ανθρώπινο πόνο. Οι κινήσεις των χεριών του, σαν να κρατά τις ζωές όλων στα δάχτυλά του, δημιουργούν μια ανατριχιαστική αίσθηση παντοδυναμίας. Και όταν οι χορδές – αόρατες κλωστές κόβονται τη στιγμή του θανάτου της Άλκηστης, η εικόνα αποκτά μια σχεδόν μεταφυσική διάσταση. Αργότερα, όταν η Άλκηστη επιστρέφει στη ζωή, οι χρυσές ανταύγειες που εμφανίζονται πάνω στο μαύρο ένδυμα του Θανάτου λειτουργούν ως μια διακριτική υπενθύμιση ότι ακόμη και ο Θάνατος και ο Ύπνος είναι αδέρφια.
Και έχεις σκοπό και δεύτερο νεκρό να μου στερήσεις; – Θάνατος (Θεοδώρα Τζήμου)
Μα ούτε τον πρώτο σου τον άρπαξα με την βία. – Απόλλων
Πως τότε ακόμα βρίσκεται στη Γη και όχι στον Κάτω Κόσμο; – Θάνατος
Σου έδωσε τη γυναίκα του, που πας να πάρεις… – Απόλλων
Και θα την πάω κάτω στη χώρα των νεκρών… – Θάνατος
Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης αποδίδει τον Φέρη με λιτότητα και εσωτερική ένταση, χωρίς να καταφεύγει σε περιττές εξάρσεις. Με σταθερό λόγο και επιβλητική σκηνική παρουσία, χτίζει έναν πατέρα που υπερασπίζεται με αποφασιστικότητα τις επιλογές του, ακόμη κι όταν αυτές τον φέρνουν σε ανοιχτή σύγκρουση με τον γιο του. Στη σκηνή της αντιπαράθεσης με τον Άδμητο, η ερμηνεία του αποκτά ιδιαίτερη δύναμη, καθώς πίσω από την αυστηρότητα διακρίνεται ένας άνθρωπος που αρνείται να αποδεχθεί τη θυσία της Άλκηστης ως πράξη ηρωισμού. Ο Αβαρικιώτης ισορροπεί πειστικά ανάμεσα στην πατρική αυθεντία και την ηθική αγανάκτηση, δίνοντας βαρύτητα σε μία από τις πιο ουσιαστικές σκηνές του έργου.
Αναίσχυντα πάλεψες για να μην πεθάνεις! Σκότωσες τη γυναίκα σου για να ξεφύγεις από τη Μοίρα και έχεις το θράσος να με λες δειλό; Εσύ, ο άνανδρος! Ο κατώτερος από αυτήν; Που είχε το θάρρος για σένα να πεθάνει; Ομορφονιέ, σοφό τρόπο βρήκες να γλιτώνεις από τον θάνατο αν την γυναίκα που είναι διπλά σου κάθε φορά θυσιάζεις! – Φέρης (Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης)



Η Δήμητρα Βλαγκοπούλου δίνει στην Υπηρέτρια μια σπάνια αμεσότητα, μετατρέποντας την αφήγησή της σε βιωμένη εμπειρία. Με εκφραστικότητα, άρτια εκφορά του λόγου και έντονη σωματικότητα, δεν αφηγείται απλώς τα γεγονότα, αλλά μοιάζει να τα αναβιώνει μπροστά στα μάτια του θεατή. Κάθε εικόνα που περιγράφει αποκτά υπόσταση μέσα από την ερμηνεία της, δημιουργώντας την αίσθηση πως υπήρξε η ίδια αυτόπτης μάρτυρας της τραγωδίας και μεταφέροντας με αλήθεια τη συγκίνηση και το βάρος των γεγονότων.



Ο Γιώργος Ζυγούρης προσεγγίζει τον Ηρακλή με αφοπλιστική φυσικότητα, αναδεικνύοντας την αφέλεια και τη γενναιοδωρία του ήρωα χωρίς να τον μετατρέπει σε καρικατούρα. Με άνεση στην κίνηση και σωστό ρυθμό στον λόγο, δίνει στον χαρακτήρα μια ανεπιτήδευτη ζωντάνια που λειτουργεί ως αντίβαρο στη σκοτεινή ατμόσφαιρα της παράστασης. Το χιούμορ αναδύεται οργανικά μέσα από την ερμηνεία του και δεν υπονομεύει ποτέ τη δραματικότητα του έργου. Αντίθετα, όταν αποκαλύπτεται ότι ο Άδμητος τού απέκρυψε τον θάνατο της Άλκηστης, η αλλαγή της σκηνικής του παρουσίας γίνεται αισθητή, σηματοδοτώντας τη μετάβαση από την ανεμελιά στην αποφασιστικότητα με πειστικό τρόπο.



Η Ηρώ Μπέζου προσεγγίζει την Άλκηστη με εσωτερικότητα και μέτρο, αποφεύγοντας κάθε διάθεση εξιδανίκευσης. Χτίζει έναν χαρακτήρα που ισορροπεί διαρκώς ανάμεσα στην αποφασιστικότητα και στην αγωνία, αφήνοντας τον φόβο και την αμφιβολία να διαπερνούν διακριτικά κάθε της κίνηση και κάθε αλλαγή στον τόνο της φωνής της. Η ερμηνεία της δεν αναζητά τις έντονες εξάρσεις· αντίθετα, στηρίζεται στις σιωπές, στις μικρές παύσεις και στην εκφραστικότητα του βλέμματος, αναδεικνύοντας μια γυναίκα που, όσο πλησιάζει στον θάνατο, συνειδητοποιεί το βάρος της επιλογής της. Με αυτή τη λιτή και απόλυτα ελεγχόμενη ερμηνεία, η Μπέζου αποτυπώνει με ευαισθησία τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην αυταπάρνηση και στη βαθιά ανθρώπινη επιθυμία για ζωή.
Ο Χάρος κρατάει στο χέρι ένα κουπί και με φωνάζει. Γιατί αργείς; Καθυστερείς. Έτσι άγρια με αναγκάζει να πιαστώ! […] Με αρπάζει. Με οδηγεί στην χώρα των νεκρών. Δεν το βλέπεις; – Άλκηστις (Ηρώ Μπέζου)


Ο Γιάννης Νιάρρος προσεγγίζει τον Άδμητο με εσωτερικότητα και μέτρο, αποφεύγοντας να τον εγκλωβίσει σε μια μονοδιάστατη ανάγνωση. Δεν επιχειρεί να δικαιολογήσει τις πράξεις του ούτε να τον μετατρέψει σε έναν απροκάλυπτα αντιπαθή ήρωα. Αντίθετα, μέσα από τις διακυμάνσεις της φωνής, τις σιωπές και τη συγκρατημένη σωματική έκφραση, αναδεικνύει έναν άνθρωπο που παλεύει ανάμεσα στην επιθυμία για ζωή και στο βάρος της ενοχής. Ιδιαίτερα στη σκηνή της σύγκρουσης με τον Φέρη, η ένταση κορυφώνεται χωρίς υπερβολές, καθώς ο Νιάρρος αφήνει τον θυμό, την απόγνωση και την αμηχανία να συνυπάρξουν, συνθέτοντας μια ερμηνεία που διατηρεί μέχρι το τέλος την αμφισημία του ήρωα.
Αχ, σκιά του σπιτιού μου, πως να μπω μέσα; Πως να μείνω μέσα εκεί που όλα ρήμαξαν; – Άδμητος (Γιάννης Νιάρρος)



Ο Κώστας Νικούλι, στον ρόλο του Απόλλωνα, δημιουργεί μια παρουσία που κινείται ανάμεσα στο ανθρώπινο και το υπερβατικό. Η ερμηνεία του αποδίδει στον θεό του φωτός μια αέρινη και σχεδόν άυλη διάσταση. Με ήρεμη σκηνική παρουσία και καθαρότητα στον λόγο, παρουσιάζει έναν θεό που, παρά τη δύναμή του, δεν παραμένει αποστασιοποιημένος από τον ανθρώπινο πόνο. Η αντιπαράθεσή του με τον Θάνατο αποκτά έτσι ιδιαίτερη σημασία: το φως συναντά το σκοτάδι, όχι ως μια απλή σύγκρουση αντιθέτων, αλλά ως μια αναμέτρηση δύο δυνάμεων που συνυπάρχουν στον ίδιο κόσμο. Εξαιρετικά λειτουργική είναι και η σχέση του με τη χορδή του τόξου, η οποία δημιουργεί έναν υπόγειο μουσικό διάλογο με τον Θάνατο. Ο ήχος που επιστρέφει κάθε φορά που κινούνται οι πετονιές μοιάζει να ενώνει αόρατα τους δύο κόσμους και αποτελεί μία από τις πιο ποιητικές σκηνικές συλλήψεις της παράστασης.


Ο Αινείας Τσαμάτης συνθέτει έναν Υπηρέτη που ισορροπεί με φυσικότητα ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό στοιχείο. Ο αυθορμητισμός και το χιούμορ του προσφέρουν στιγμές αποφόρτισης, χωρίς όμως να μειώνουν ποτέ την ένταση της παράστασης. Με αιχμηρό λόγο, ζωντανή σκηνική παρουσία και εμφανή αγανάκτηση, αποδίδει έναν άνθρωπο που δεν φοβάται να εκφράσει όσα οι υπόλοιποι σιωπούν. Η αγάπη και ο σεβασμός του Υπηρέτη για την Άλκηστη συνυπάρχουν με την έντονη αποδοκιμασία του απέναντι στον Άδμητο. Έτσι, ο χαρακτήρας του μετατρέπεται στη φωνή της κοινής λογικής και της ηθικής μέσα στην παράσταση, εκφράζοντας μια αλήθεια που δύσκολα μπορεί να αγνοήσει κανείς.


Ξεχωριστή μνεία αξίζει στη Θεοδώρα Τζήμου, η οποία ενσαρκώνει τον Θάνατο. Επιλέγει έναν δρόμο εσωτερικό, χωρίς εξάρσεις και περιττές θεατρικότητες, χτίζοντας μια μορφή που επιβάλλεται περισσότερο με τη σιωπή παρά με την ένταση. Κάθε της κίνηση μοιάζει απόλυτα υπολογισμένη, ενώ το βλέμμα της παραμένει σταθερό, ψυχρό και αδιαπραγμάτευτο, σαν να υπενθυμίζει ότι ο Θάνατος δεν χρειάζεται να επιβληθεί· η παρουσία του και μόνο αρκεί. Ιδιαίτερα δυνατή είναι η χρήση των χεριών της, που μοιάζουν να κινούν αόρατα τα νήματα της ανθρώπινης μοίρας, δημιουργώντας με ελάχιστα σωματικά εκφραστικά μέσα μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνικές εικόνες της παράστασης.

Καθοριστική είναι, τέλος, η συμβολή του Χορού, αποτελούμενου από τους Αντώνη Αντωνόπουλο, Ελισσαίο Βλάχο, Δημήτρη Καυκά, Γιώτα Κουϊτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Ιωάννη Μπάστα, Μαρία Μοσχούρη, Άγγελο-Προκόπη Νεράντζη και Γιώργο Σκαρλάτο. Ο Χορός δεν περιορίζεται στον ρόλο του σχολιαστή της δράσης, αλλά γίνεται ένα ζωντανό σκηνικό σώμα που συμμετέχει ενεργά στην αφήγηση. Μέσα από τη σωματικότητα, τον ρυθμό και τη διαρκή κίνηση, οι ηθοποιοί αποτυπώνουν την αγωνία, την απώλεια και την αναμονή. Οι πτώσεις, οι ισορροπίες, με κορυφαία στιγμή το μοιρολόι για την Άλκηστα δημιουργούν μερικές από τις πιο δυνατές και συγκινητικές εικόνες της παράστασης.
Δώσε διέξοδο στην συμφορά του Άδμητου. Βοήθησε τον, Θεέ! Βοήθησε τον, όπως και πριν σωτήρας του γίνε! – Χορός

Η σκηνοθετική προσέγγιση του Δημήτρη Καραντζά αναδεικνύει με συνέπεια τις βασικές αντιθέσεις της παράστασης. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η ζωή, πολύχρωμη, πολύφωνη και γεμάτη κίνηση· από την άλλη ο θάνατος, λιτός, σιωπηλός και αμετάκλητος. Χωρίς να επιδιώκει εύκολους εντυπωσιασμούς, οργανώνει μια παράσταση που στηρίζεται στη δύναμη της εικόνας και του συμβολισμού. Το επικλινές σκηνικό δεν λειτουργεί μόνο ως χώρος δράσης, αλλά ως προέκταση της ίδιας της γης: από αυτήν αναδύονται οι άνθρωποι, όπως οι σπόροι που βλασταίνουν, και σε αυτήν επιστρέφουν όταν ολοκληρωθεί ο κύκλος της ζωής τους.
Τα πόδια μου δεν με κρατούν. Ο θάνατος πλησιάζει. Τα μάτια μου σκεπάζει η νύχτα. Παιδιά μου, παιδιά μου! Παιδιά μου! Δεν έχετε μητέρα πια! Να χαίρεστε το φως του ήλιου! – Άλκηστις



Καθοριστική συμβολή στη σκηνική αυτή ανάγνωση έχει το σκηνικό του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη. Ο διαχωρισμός σε δύο επίπεδα ορίζει με σαφήνεια τα όρια ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και την επικράτεια του Θανάτου, χωρίς να εγκλωβίζεται σε μια κυριολεκτική αναπαράσταση. Εξίσου εύστοχη είναι η παρουσία του νερού, που λειτουργεί πολυεπίπεδα: άλλοτε ως στοιχείο εξαγνισμού και άλλοτε ως υπαινιγμός της μετάβασης στον κόσμο των νεκρών, παραπέμποντας συνειρμικά στα νερά της λήθης της αρχαίας παράδοσης.
Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη υποστηρίζουν ουσιαστικά τη δραματουργία της παράστασης. Ο Χορός, ντυμένος ως μέλη μιας αριστοκρατικής αυλής με κοστούμια για τους άντρες και φορέματα για τις γυναίκες, εντάσσεται οργανικά στον κόσμο του Άδμητου, ενώ οι ενδυματολογικές επιλογές για τον Απόλλωνα και τον Θάνατο προσδίδουν στις δύο μορφές μια σχεδόν υπερβατική διάσταση. Ξεχωρίζει και η Άλκηστη, με το ασημόχρωμο φόρεμά της να αντανακλά διακριτικά το φως, σαν να προοιωνίζεται ήδη τη μετάβασή της ανάμεσα στους δύο κόσμους. Αντίστιξη σε όλα αυτά αποτελεί ο κατάλευκος Ηρακλής, του οποίου η εμφάνιση σηματοδοτεί από την πρώτη στιγμή την παρουσία μιας δύναμης που έρχεται να αμφισβητήσει την κυριαρχία του μαύρου και του θανάτου.
Παιδάκια μου, τώρα που θα έπρεπε να ζω, πεθαίνω! – Άλκηστις
Αλίμονο, χωρίς εσένα τι θα γίνω; – Άδμητος



Η μουσική και οι ηχητικές κατασκευές του Παναγιώτη Μανουηλίδη δεν συνοδεύουν απλώς τη δράση, αλλά αποτελούν οργανικό κομμάτι της αφήγησης. Οι βαθιοί, υπόκωφοι ήχοι δημιουργούν μια αίσθηση υπόγειας έντασης που διατρέχει ολόκληρη την παράσταση, ενισχύοντας την ατμόσφαιρα ενός κόσμου όπου το ορατό συνυπάρχει διαρκώς με το αόρατο.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και η κινησιολογία του Τάσου Καραχάλιου. Η κίνηση των ηθοποιών δεν περιορίζεται στην εξυπηρέτηση της δράσης, αλλά μετατρέπεται σε ξεχωριστό εκφραστικό μέσο. Το σώμα αφηγείται, αντιστέκεται, λυγίζει και ισορροπεί πάνω στο επικλινές σκηνικό, αποτυπώνοντας με ακρίβεια τη διαρκή πάλη του ανθρώπου απέναντι στη φθορά και τον θάνατο.
Είθε να βρεις ανάπαυση στον Άδη και γαλήνη. Γάμοι σαν αυτόν αξίζουν στους ανθρώπους, αλλιώς να ην παντρεύονται! – Φέρης
Οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου ολοκληρώνουν αυτή τη σκηνική σύνθεση με διακριτικότητα και ευαισθησία. Οι απαλές φωτοσκιάσεις, οι έντονες σκιές, οι ελεγχόμενες εναλλαγές φωτός και σκότους και η διαρκής αίσθηση μυστηρίου δεν υπηρετούν μόνο την αισθητική της παράστασης, αλλά καθοδηγούν το βλέμμα του θεατή, αναδεικνύοντας τις εικόνες και ενισχύοντας τη μεταφυσική διάσταση του έργου.


Η παράσταση δεν ενδιαφέρεται να δώσει οριστικές απαντήσεις. Ρωτά διαρκώς. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η αγάπη; Μπορεί ένας άνθρωπος να δεχθεί τη θυσία κάποιου άλλου για να σωθεί ο ίδιος; Είναι η αυτοθυσία πράξη ηρωισμού ή αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που διαχρονικά ζητά περισσότερα από τις γυναίκες απ’ όσα ζητά από τους άνδρες;
Εγώ σε γέννησα. Εγώ σε ανάθρεψα αφέντη του σπιτιού. Μα δεν χρωστάω και αντί για σένα να πεθάνω. Κανένας νόμος δεν υπάρχει που να λέει οτι οι πατέρες πρέπει για τα παιδιά τους να πεθαίνουν. Αν ευτυχής ή δυστυχής γεννήθηκες, θέμα δικό σου! Όλα όσα όφειλα εγώ να σου προσφέρω τα έχεις […]. Σε τι σε αδίκησα λοιπόν; – Φέρης
Το σημαντικότερο επίτευγμα της σκηνοθεσίας είναι ότι κατορθώνει να μετατρέψει τον μύθο σε μια σύγχρονη εμπειρία χωρίς να τον εκσυγχρονίζει επιφανειακά. Αντί να επιβάλει εύκολους παραλληλισμούς, εμπιστεύεται τη δύναμη των εικόνων, της σιωπής και των σωμάτων. Και τελικά αποδεικνύει ότι η «Άλκηστις» εξακολουθεί να θέτει τα ίδια δύσκολα ερωτήματα που έθετε πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια: ποια είναι η αξία της ζωής, ποιο είναι το τίμημα της αγάπης και πόσο βάρος μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος όταν καλείται να επιλέξει ανάμεσα στα δύο.


Ανέλπιστα, έχω στα χέρια μου οτι δεν περίμενα να ξαναδώ! – Άδμητος
Ναι! Και είθε να μην σε χτυπήσει ο φθόνος των θεών! – Ηρακλής (Γιώργος Ζυγούρης)
Του Ύψιστου Δία, τέκνο ευγενικό ευτυχισμένος να’ σαι και ο πατέρας που σε έσπειρε πάντα να σε φυλάει από το κακό γιατί το σπίτι μου ανάστησε! – Άδμητος
Οι δύο παραστάσεις στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου σηματοδοτούν την έναρξη της καλοκαιρινής περιοδείας
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ: ΕΔΩ
Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Απόδοση – Σκηνοθεσία Δημήτρης Καραντζάς
Σύμβουλος δραματουργίας Γκέλυ Καλαμπάκα
Σκηνικά Κωνσταντίνος Σκουρλέτης
Κοστούμια Ιωάννα Τσάμη
Μουσική – Ηχητικές κατασκευές Παναγιώτης Μανουηλίδης
Κίνηση Τάσος Καραχάλιος
Φωτισμοί Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Μουσική διδασκαλία Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης Έρι Κύργια
Φωτογραφίες Γκέλυ Καλαμπάκα
Βοηθός σκηνοθέτη Κωνσταντίνα Κάλτσιου
Βοηθός φωτίστριας Μαριέττα Παυλάκη
Βοηθός ενδυματολόγου Δήμητρα Σταυρίδου
Παίζουν (αλφαβητικά) Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης Φέρης, Δήμητρα Βλαγκοπούλου Υπηρέτρια, Γιώργος Ζυγούρης Ηρακλής, Ηρώ Μπέζου Άλκηστις, Γιάννης Νιάρρος Άδμητος, Κώστας Νικούλι Απόλλων, Αινείας Τσαμάτης Υπηρέτης, Θεοδώρα Τζήμου Θάνατος
Χορός Αντώνης Αντωνόπουλος, Ελισσαίος Βλάχος, Δημήτρης Καυκάς, Γιώτα Κουϊτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Ιωάννης Μπάστας, Μαρία Μοσχούρη, Άγγελος-Προκόπης Νεράντζης, Γιώργος Σκαρλάτος












