
«ΑΜΛΕΤ (machine)»: Κριτική Παράστασης
✒️Γράφει: Σωτήρης Σουλούκος
Παρακολουθήσαμε την παράσταση «ΑΜΛΕΤ (machine)» στο Θέατρο Πορεία και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.


Η παράσταση «ΑΜΛΕΤ (machine)» δεν προσεγγίζει τον Άμλετ ως έναν ήρωα που απλώς σκέφτεται, αλλά ως ένα σώμα που σταδιακά αποσυντίθεται μπροστά στα μάτια του θεατή. Ο Άμλετ εδώ εμφανίζεται ήδη τραυματισμένος, σαν ένα πρόσωπο που κουβαλά ταυτόχρονα το βάρος όσων έχουν προηγηθεί και την αγωνία όσων πρόκειται να ακολουθήσουν.
Η τέχνη αντανακλά την αρετή, όχι τον ενάρετο. Το πέσιμο, όχι τον πεσμένο. Το πάρα πολύ. Το πολύ λίγο θα κάνει τους αδιάφορους να γελάσουν. Οι δίκαιοι όμως; Θα λυπηθούν. Αυτήν την δικαιοσύνη για την τέχνη μας επιζητάμε! – Άμλετ (Δημήτρης Καπουράνης)
Ο Δημήτρης Καπουράνης, είναι ένας πραγματικός χαμαιλέοντας, καθώς είναι ένας σπουδαίος ηθοποιός και αποδίδει τη διαδρομή του Άμλετ με μία εντυπωσιακή εσωτερική ένταση: από μια αρχική εικόνα σχεδόν ελεγχόμενης δύναμης, ενός ανθρώπου που μοιάζει να επιχειρεί να σκηνοθετήσει τη ζωή του και να ελέγξει τα γεγονότα, μετατοπίζεται μέσα σε λίγα λεπτά σε μια μορφή σχεδόν παιδική, εκτεθειμένη, αβέβαιη, ανυπεράσπιστη. Όταν το πρόσωπό του ασπρίζει, το στόμα γίνεται κόκκινο, το βλέμμα αποκτά τη θλίψη που θυμίζει κλόουν και το σώμα του θυμίζει μια μορφή πένθιμη και σοβαρή, η εικόνα αποκτά σχεδόν εφιαλτική δύναμη.
Πλησιάζει η συγγένεια, κινδυνεύει η ευγένεια! – Άμλετ
Ο Μιχάλης Αφολαγιάν δίνει μορφή σε έναν Κλαύδιο που συγκεντρώνει αντιπάθεια και ισχύ χωρίς περιττή έμφαση, μια μορφή εξουσίας που λειτουργεί περισσότερο με την παρουσία παρά με την ένταση.
Ο Γιάννης Κόραβος δημιουργεί έναν Οράτιο με εξαιρετική σκηνική παρουσία, ενώ η φωνή του αποκτά αγγελική διάσταση όταν τραγουδά
Η Λωξάνδρα Λούκας αποδίδει μια Οφηλία που μεταβαίνει με φυσικότητα από τον έρωτα στην αποσύνθεση, χωρίς να χάνει τη δραματική καθαρότητα της διαδρομής της.
Μικρή μου αδερφή, σε αποχαιρετώ. Άκουσε με καλά. Τον Άμλετ μην τον πιστεύεις. Την αγάπη που σου δείχνει, εννοώ, μην την πιστεύεις. Δεν μπορεί να σε αγαπήσει αυτός. Ούτε να είναι φίλος σου ή κάτι άλλο. Να ξέρεις πόσο θα πληγωθείς, αν στον ψίθυρο του χαμηλώσεις τα αυτιά σου. Αν αποκοιμίσεις τον αγνό φόρο της καρδιάς σου. Φυλάξου, Οφηλία. Προστατεύσου. Μην εμπιστεύεσαι την αγνότητα σου ούτε στο φεγγάρι. – Λαέρτης (Γιώργης Παρταλίδης)
Η Aurora Marion ως Γερτρούδη διατηρεί μια αίσθηση βασιλικής υπεροχής, με ελεγχόμενη ψυχρότητα.
Πίστεψε με, αν τα λόγια είναι ανάσες και οι ανάσες είναι ζωή. Εγώ δεν έχω ζωή να δώσω στα λόγια σου για να ανασαίνουν. – Γερτρούδη (Aurora Marion)
Οι Κωνσταντίνος Μαυρόπουλος και Γιώργης Παρταλίδης λειτουργούν εξαιρετικά τόσο στους βασικούς ρόλους όσο και ως Ρόζενγκραντζ και Γκίλντενστερν, δίνοντας μια σκηνική δυαδικότητα που ενισχύει το παράδοξο του έργου. Ο Γιώργης Παρταλίδης ως Λαέρτης του δίνει τρυφερότητα και ανθρώπινο βάθος.
Η παράσταση θέτει διαρκώς υπόγεια ερωτήματα: είμαστε άραγε φαντάσματα των ίδιων μας των επιλογών; Πώς θα ήταν αν λειτουργούσαμε σαν μηχανές, χωρίς μνήμη, χωρίς πόνο, χωρίς εκείνο το φορτίο που αφήνει η καρδιά; Θα υπήρχε λιγότερη βία αν ο άνθρωπος δεν θυμόταν; Αν δεν ένιωθε; Ο ήρωας εδώ μοιάζει να δίνει ό,τι έχει απομείνει από τον εαυτό του ακριβώς επειδή αισθάνεται ότι δεν του έχει απομείνει τίποτα σταθερό να κρατήσει.
Εσύ, Οφηλία, ελπίζω οι αρετές σου να γίνουν η αιτία να ξαναβρεί ο Άμλετ τον εαυτό του. Αυτό θα ωφελήσει και του δύο σας. – Γερτρούδη
Ιδιαίτερα έξυπνος είναι και ο τρόπος με τον οποίο εμφανίζεται και μιλά στον Άμλετ το φάντασμα του πατέρα του. Η παρουσία του δεν λειτουργεί μόνο ως υπερφυσικό στοιχείο, αλλά ως μια μορφή ταυτόχρονα εξωτερική και εσωτερικευμένη: σαν κάτι που έρχεται από έξω, αλλά συγχρόνως ενεργοποιείται μέσα από τη μνήμη, το τραύμα και την αδυναμία του ίδιου του ήρωα να αποκοπεί από όσα τον στοιχειώνουν. Έτσι το φάντασμα δεν εμφανίζεται μόνο ως πρόσωπο του παρελθόντος, αλλά ως εσωτερική φωνή που επιστρέφει διαρκώς και καθορίζει τη σκέψη και τη δράση του.
Δεν είναι θαύμα ο θεατρίνος; Κάνει υποχείρια την ψυχή του σε μια φαντασία. Κάνει δηλαδή πανίσχυρη μια ιδέα του μυαλού και εκείνη τον αλλάζει ολόκληρο. Φτάνει ως την όψη του. Την κάνει να χάνει το αίμα της, να γίνεται δάκρυ, να τρέχει από τα μάτια του. Να γίνεται φωνή και να σπάει. Και όλα αυτά για το τίποτα. – Άμλετ
Η σκηνοθεσία της Σοφίας Αντωνίου οργανώνει αυτόν τον κόσμο με εξαιρετική ακρίβεια. Η παράσταση ξεκινά σαν πρόβα θεάτρου, σαν να βρισκόμαστε πριν ακόμη σχηματιστεί πλήρως η ίδια η ιστορία, και σταδιακά η δράση αρθρώνεται σε πράξεις που μοιάζουν να χτίζουν και ταυτόχρονα να αποδομούν τον κόσμο του έργου. Οι κουρτίνες λειτουργούν όχι μόνο ως πρακτικό σκηνικό μέσο αλλά ως διαρκώς μεταβαλλόμενα επίπεδα δράσης: άλλοτε αποκαλύπτουν, άλλοτε κρύβουν, άλλοτε δημιουργούν δεύτερο και τρίτο επίπεδο εικόνας, σαν να υπάρχουν πολλαπλές πραγματικότητες που εξελίσσονται ταυτόχρονα. Στο τέλος, όταν όλα καταρρέουν, η αίσθηση είναι ότι δεν γκρεμίζεται μόνο ο σκηνικός χώρος αλλά και ό,τι είχε απομείνει από την ψυχική συνοχή του ήρωα.
Έρχονται φοβερά πράγματα στον κόσμο. Χρειάζεται να φανταστούμε τον κόσμο προτού σβήσει η τελευταία ελπίδα του ανθρώπου. Χρειαζόμαστε νέα αφηγήματα που να γεννούν ελπίδα. Ο κόσμος μας απέτυχε. Θέλουμε νέα κείμενα. Θέλουμε νέες ιδέες. Ο κόσμος μας έχει αποτύχει πλήρως. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Ώρα να τα τερματίσουμε όλα. Στραφείτε στο φως.– Άμλετ
Η εικαστική πρόταση της Μαριλένας Καλαϊτζαντωνάκη δίνει στην παράσταση ιδιαίτερη ταυτότητα. Τα σκηνικά και τα κοστούμια δεν υπηρετούν απλώς την αισθητική, αλλά λειτουργούν ως ενεργό δραματουργικό στοιχείο. Ιδιαίτερα ευρηματικός ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνονται οι εμφανίσεις της Γερτρούδης και του Κλαύδιου, μέσα από λεπτομέρειες που μετατοπίζουν διαρκώς την εξουσία και την εικόνα τους.
Όσο και αν το κακό το κρύβει ολόκληρη η γη, έρχεται πάντα η ώρα που το φανερώνει στα μάτια των ανθρώπων. – Άμλετ
Η κίνηση της Ιωάννας Τουμπακάρη δίνει σώμα στις εσωτερικές εντάσεις του έργου. Οι μετατοπίσεις των ηθοποιών, οι κοινές φόρμες, οι επαναλήψεις και οι απότομες παύσεις δημιουργούν μια γλώσσα όπου το σώμα μιλά ισότιμα με τον λόγο. Ειδικά οι στιγμές όπου τα πρόσωπα μοιάζουν να χάνουν την ατομικότητά τους και να μετατρέπονται σε μία κοινή ύπαρξη έχουν σχεδόν τελετουργική δύναμη.
Τον τελευταίο καιρό δεν μου φέρνει τίποτα χαρά. Δεν κάνω τίποτα. Βάρυνε μέσα μου ο κόσμος και αυτό το θαύμα που είναι η γη δεν είναι θαύμα. Είναι …γη. Ένα έργο τέχνης ο άνθρωπος. Ο ευγενής ο νους του. Το σώμα του. Τα μέλη του. Τι όμορφος που είναι. Τις κινήσεις του τις δίδαξε ένας άγγελος. τη σκέψη του ο Θεός. Καθαρόαιμο βασιλικό ζώο και να μην φτάνει πια ως εμένα το κρυφό φως αυτής της σκόνης. Κανένας άνθρωπος δεν μου δίνει πια χαρά. – Αμλετ.
Η μουσική σύνθεση του Jeph Vanger λειτουργεί σαν ψυχογράφημα του έργου. Δεν συνοδεύει απλώς τη δράση· εισχωρεί σε αυτήν, δημιουργώντας μια αίσθηση εσωτερικής πίεσης, σαν ο ήχος να αποκαλύπτει όσα δεν μπορούν να ειπωθούν.
Οι φωτισμοί του Γιώργου Ιεραπετρίτη συμπληρώνουν αποφασιστικά αυτή την ατμόσφαιρα, δημιουργώντας διαρκείς μεταπτώσεις ανάμεσα στο ορατό και στο μισοκρυμμένο.
Ιδιαίτερη εντύπωση αφήνει και το τελικό εύρημα της επανάληψης. Η σκηνή επανέρχεται με τρόπο που εισάγει ταυτόχρονα κωμικό στοιχείο και υπερβολή, σαν η ίδια η παράσταση να αναζητά μπροστά μας το «σωστό» τέλος, γνωρίζοντας πως κανένα τέλος δεν μπορεί πραγματικά να αποκαταστήσει όσα έχουν ήδη χαθεί.
Να ζει κανείς. Να μην ζει; Αυτή είναι η ερώτηση. Ποιος προτιμάει να ζει ρημάζοντας μέσα στον χρόνο; Να τον αδικεί ο ισχυρός; Να τον συντρίβει ο επηρμένος; Να εκλιπαρεί τον αδιάφορο; Να ανέχεται την ύβρη της εξουσίας; Τη νύστα του νόμου; Τι συμφέρει; Να πάσχεις; Να αντέχεις σωπαίνοντας τις πληγές από μία μοίρα που σε ταπεινώνει, χωρίς κανένα έλεος. Ή να επαναστατείς. Να αντισταθείς, στην ατελείωτη παλίρροια των λυπημένων κόπων; – Άμλετ
Η παράσταση «ΑΜΛΕΤ (machine)» δεν αντιμετωπίζει το έργο του Σαίξπηρ ως αναπαράσταση, αλλά ως υλικό προς διάλυση και επανασύνθεση. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η δύναμή του: στην αίσθηση ότι τίποτα δεν παραμένει σταθερό — ούτε τα πρόσωπα, ούτε οι ταυτότητες, ούτε η ίδια η μνήμη
Θέλω να ‘μαι μηχανή. Θέλω να ‘μαι μηχανή. Θέλω να ‘μαι μηχανή. Πόδια για να βαδίζω. Χέρια για να πιάνω. Πόνος κανένας, Σκέψη καμιά. Δεν θέλω άλλο να τρώω, να πίνω, να ανασαίνω, να αγαπάω μια γυναίκα, έναν άνδρα, ένα παιδί. Δεν θέλω άλλο να πεθαίνω. Δεν θέλω άλλο να σκοτώνω. Δεν είμαι ο Άμλετ πια. Δεν παίζω άλλο. Τα λόγια μου δεν έχουν να μου πουν τίποτα πια. – Άμλετ
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ: ΕΔΩ
Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Σκηνοθεσία-Διασκευή: Σοφία Αντωνίου
Μεταφράσεις: Γιώργος Χειμωνάς, Ελένη Βαροπούλου
Σκηνικός χώρος – Κοστούμια: Μαριλένα Καλαϊτζαντωνάκη
Μουσική σύνθεση: Jeph Vanger
Επιμέλεια κίνησης: Ιωάννα Τουμπακάρη
Φωτιστικός σχεδιασμός: Γιώργος Ιεραπετρίτης
Βοηθός σκηνοθεσίας: Μαριλένα Μόσχου
Βοηθός κινησιολόγου: Μαριέττα Μαναρώλη
Σκηνογραφική ομάδα – Κατασκευές: Τίμοθυ Λασκαράτος, Στέφανος Λώλος, Χρήστος Κραγιόπουλος
Σχεδιασμός ήχου: Δημήτρης Μιγιάκης
Κατασκευή Κοστουμιών: Ειρήνη Αβζίδου
Υπεύθυνη επικοινωνίας: Ευαγγελία Σκρομπόλα
Social Media: Αργύρης Παπαϊωάννου
Φωτογραφίες: Ανδρέας Κανελλόπουλος
Δημιουργία trailer: Ladies Fingers’
Παραγωγός: Μαριλένα Καλαϊτζαντωνάκη
Παραγωγή: Masterskaya Productions
Σε συνεργασία με το Θέατρο Πορεία
Με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού
Παίζουν: Μιχάλης Αφολαγιάν, Δημήτρης Καπουράνης, Γιάννης Κόραβος, Λωξάνδρα Λούκας, Aurora Marion, Κωνσταντίνος Μαυρόπουλος, Γιώργης Παρταλίδης









