
«ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΤΖΟΥΛΙΑ»: Κριτική Παράστασης
✒️Γράφει: Dr. Σωτήρης Σουλούκος
Παρακολουθήσαμε την παράσταση «ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΤΖΟΥΛΙΑ» στο Θέατρο Χώρος και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.


«ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΤΖΟΥΛΙΑ»: Ένα ασφυκτικό παιχνίδι εξουσίας και επιθυμίας!
Ένα συνεχόμενο «τικ-τακ» ακούγεται μέσα στο σκοτάδι. Σαν ρολόι. Ή ίσως σαν βόμβα έτοιμη να εκραγεί. Ένας διαπεραστικός ήχος από μπάσο απλώνεται στον χώρο και δημιουργεί από την πρώτη στιγμή μια αίσθηση ασφυξίας και αγωνίας. Σαν κάτι να πλησιάζει αργά αλλά αναπόφευκτα. Έτσι ξεκινά η «Δεσποινίς Τζούλια» — όχι σαν μια απλή ιστορία ανάμεσα σε τρεις ανθρώπους, αλλά σαν μια διαρκής σύγκρουση που οδηγείται βήμα βήμα στην καταστροφή.
Τρεις πόρτες πάνω στη σκηνή. Τρεις άνθρωποι. Τρεις διαφορετικοί κόσμοι που συγκρούονται. Πίσω από τη μία πόρτα διακρίνεται μια γυναίκα. Βγαίνει αργά και κάθεται αριστερά σε μια καρέκλα. Περιμένει. Αλλάζει στάσεις, ανάβει τσιγάρο, σηκώνεται, ξανακάθεται. Η αγωνία της γεμίζει τον χώρο πριν ακόμη μιλήσει. Πίσω της, ένα σκηνικό ακατάστατο: πεσμένα ξύλα, μπροστά της ένα φτωχικό τραπέζι, μία καρέκλα και ένα σκαμπό, η αίσθηση μιας ζωής κουρασμένης και σκληρής. Το ημίφως κυριαρχεί. Το φως έρχεται από πίσω, σαν ανάμνηση ή σαν απειλή. Στην άλλη πλευρά της σκηνής, μια μοναχική καρέκλα και ένα φωτιστικό θυμίζουν έναν κόσμο ανώτερης κοινωνικής τάξης, ψυχρό και απόμακρο. Δύο κόσμοι που συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο χωρίς ποτέ να συναντιούνται πραγματικά.
Όταν σε πιάνει γίνεσαι πιο απαιτητικός και από τον Κόμη! Και να σου πω και κάτι; Ο Θεός να φιλάει αυτή που θα σε πάρει άντρα! – Κριστίν (Νεκταρία Γιαννουδάκη)
Όταν εμφανίζεται ο Ζαν, η ένταση αρχίζει να χτίζεται αμέσως. Μιλά με άγχος για την κόρη του αφεντικού. Τον έχει εντυπωσιάσει ο τρόπος που χόρευε, η ελευθερία της, η πρόκληση που εκπέμπει. Τα λόγια του έχουν ταυτόχρονα θαυμασμό και ενόχληση. Σαν να τον μαγνητίζει και συγχρόνως να τον απειλεί. Και όταν η Τζούλια εμφανίζεται, εισβάλλει κυριολεκτικά στον χώρο. Φωνάζει, προκαλεί αναστάτωση, απαιτεί να την προσέξουν όλοι. Είναι υπεροπτική, ζηλιάρα, αυταρχική, αλλά πίσω από αυτή τη σκληρότητα διακρίνεται διαρκώς μια γυναίκα βαθιά πληγωμένη.
Η Τζούλια γνωρίζει πολύ καλά τη θέση της μέσα στην κοινωνική ιεραρχία. Έχει μάθει να διατάζει και να απαιτεί. Υποτιμά τους υπηρέτες, τους προκαλεί, τους δοκιμάζει συνεχώς. Κι όμως, την ίδια στιγμή μοιάζει να ασφυκτιά σε αυτή τη θέση. Σαν να θέλει να κατέβει από το βάθρο της και να ζήσει κάτι αληθινό, ανθρώπινο, χωρίς κανόνες και περιορισμούς. Υπάρχει μέσα της μια διαρκής σύγκρουση ανάμεσα στα «πρέπει» της τάξης της και στις βαθύτερες επιθυμίες της.
Απέναντί της ο Ζαν. Φιλόδοξος, οξύθυμος, γεμάτος επιθυμία να ανέβει κοινωνικά και οικονομικά. Ονειρεύεται να ξεφύγει από τη ζωή του υπηρέτη, να αρπάξει — όπως λέει — τα «χρυσά μήλα». Η σχέση τους μοιάζει από την αρχή με ένα επικίνδυνο παιχνίδι εξουσίας. Μια η Τζούλια έχει τον έλεγχο και επιβάλλεται μέσα από τη θέση και το όνομά της, μια ο Ζαν σηκώνει το ανάστημά του, υψώνει τη φωνή, αντιστέκεται και παίρνει εκείνος το πάνω χέρι. Οι ρόλοι αλλάζουν συνεχώς. Κυρία και υπηρέτης, κυρίαρχος και υποταγμένος, θύτης και θύμα.
Γιατί δεν κάθεστε; – Δεσποινίδα Τζούλια (Έλενα Μαυρίδου)
Μπροστά σας; Δεν είναι πρέπον! – Ζαν (Γιάννης Τσορτέκης)
Και αν θα σας διατάξω; – Δεσποινίδα Τζούλια
Κάποια στιγμή αρχίζουν να χάνουν τα όρια. Ο πληθυντικός γίνεται ενικός. Οι αποστάσεις μικραίνουν επικίνδυνα. Μοιράζονται όνειρα, φόβους, σκέψεις. Η Τζούλια μιλά για την ανάγκη της να «κατέβει στη γη», να ξεφύγει από τον κόσμο που την καταπιέζει. Ο Ζαν, αντίθετα, θέλει να ανέβει, να αποκτήσει δύναμη, χρήματα, κοινωνική θέση. Ο ένας επιθυμεί να φύγει από εκεί που βρίσκεται και ο άλλος να φτάσει ακριβώς εκεί. Αυτή η αντίθεση τούς ενώνει και ταυτόχρονα τούς καταστρέφει.
Η σχέση τους χτίζεται πάνω σε μια βαθιά αμφιθυμία. Έλκονται και απωθούνται διαρκώς. Η Τζούλια ζητά επιβεβαίωση σχεδόν απελπισμένα. Θέλει να την ποθούν, να τη θαυμάζουν, να την υπακούν. Ο Ζαν μοιάζει άλλοτε ερωτευμένος μαζί της και άλλοτε αποφασισμένος να τη συντρίψει. Κανείς τους δεν ξέρει πραγματικά τι θέλει από τον άλλον. Και ίσως αυτό είναι που κάνει τη μεταξύ τους σχέση τόσο επικίνδυνη.
Ακόμη και η Κριστίν κινείται μέσα στην ίδια αβεβαιότητα. Υποτιμά τον Ζαν, τον κρίνει, βλέπει καθαρά τη φιλοδοξία και τον εγωκεντρισμό του, κι όμως δηλώνει έτοιμη να τον παντρευτεί. Σαν όλοι οι ήρωες να εγκλωβίζονται σε σχέσεις εξάρτησης και ανάγκης από τις οποίες δεν μπορούν να ξεφύγουν.
Έχετε ερωτευτεί ποτέ; – Δεσποινίδα Τζούλια
Ορίστε; – Ζαν
Έχετε ερωτευτεί ποτέ; – Δεσποινίδα Τζούλια
Εμείς, δεν το λέμε έτσι… – Ζαν
Πάνω απ’ όλα πλανάται η παρουσία του κόμη. Ακόμη κι αν δεν βρίσκεται στη σκηνή, όλοι τον φοβούνται. Η εξουσία του είναι παντού. Στα βλέμματα, στις κινήσεις, στις σιωπές. Οι ήρωες μοιάζουν να πνίγονται, να ψάχνουν κάπου να κρατηθούν, αλλά κάθε προσπάθεια διαφυγής τούς οδηγεί βαθύτερα στην καταστροφή.
Η παράσταση αναδεικνύει με ένταση αυτό το αδιάκοπο παιχνίδι ανάμεσα στην εξουσία, την ανωτερότητα και την κατωτερότητα. Όλοι οι χαρακτήρες προσπαθούν να επιβληθούν στους άλλους, να κρατήσουν τον έλεγχο, να μην καταρρεύσουν. Όλα λειτουργούν στα άκρα: οι επιθυμίες, οι φόβοι, οι αντιδράσεις, οι συγκρούσεις. Καμία αυτοσυγκράτηση. Κανένα πραγματικό όριο. Σαν να συνδέει και τους τρεις ήρωες κάτι αόρατο και σκοτεινό που τους σπρώχνει συνεχώς προς την έκρηξη.
Και το «τικ-τακ» συνεχίζει να ακούγεται μέσα στο μυαλό μας. Όχι πια σαν ρολόι, αλλά σαν ο χρόνος που μετρά αντίστροφα μέχρι τη στιγμή που όλα θα διαλυθούν.
Η Έλενα Μαυρίδου δίνει στη Δεσποινίδα Τζούλια μια διάσταση βαθιά ανθρώπινη και ταυτόχρονα τραγική. Δεν παρουσιάζει απλώς μια κακομαθημένη αριστοκράτισσα που παίζει με τα όρια και τους ανθρώπους γύρω της· δημιουργεί μια γυναίκα εύθραυστη, σπαρακτική, σχεδόν διαλυμένη εσωτερικά. Μια ύπαρξη που μοιάζει παγιδευμένη τόσο μέσα στο ίδιο της το σώμα όσο και μέσα σε μια κοινωνική θέση που δεν μπορεί πραγματικά να υπηρετήσει. Η αστάθειά της δεν λειτουργεί επιφανειακά· αντιθέτως, αποκαλύπτεται σταδιακά, μέσα από μικρές μεταπτώσεις, ξαφνικά ξεσπάσματα, στιγμές αλαζονείας που αμέσως μετά μετατρέπονται σε φόβο και απόγνωση. Η Μαυρίδου καταφέρνει να ισορροπεί συνεχώς ανάμεσα στην εξουσία και στην κατάρρευση. Τη μία στιγμή απαιτεί, διατάζει και προκαλεί, και την επόμενη μοιάζει σχεδόν παιδί που ζητά απεγνωσμένα επιβεβαίωση και αγάπη. Υπάρχει κάτι βαθιά μοναχικό στον τρόπο που κινείται, στον τρόπο που στέκεται απέναντι στους άλλους, σαν να μην ανήκει πραγματικά πουθενά. Η εξομολόγηση για τη μητέρα της λειτουργεί σαν μια ρωγμή που αφήνει να φανεί όλος ο εσωτερικός της πόνος: μια γυναίκα που δεν κατάφερε ποτέ να συμφιλιωθεί ούτε με την καταγωγή της ούτε με την ταυτότητά της. Και εκεί ακριβώς η Τζούλια μετατρέπεται σε πραγματικά τραγικό πρόσωπο.
Υπάρχει άνθρωπος πιο δυστυχισμένος από εμένα; – Δεσποινίδα Τζούλια
Η Νεκταρία Γιαννουδάκη, ως Κριστίν, λειτουργεί σαν μια γήινη δύναμη μέσα σε έναν κόσμο που καταρρέει. Κινείται με άνεση ανάμεσα στη σκληρότητα και στη φροντίδα, ανάμεσα στην αυστηρότητα και στη γλυκύτητα μιας γυναίκας που η ζωή την έχει κουράσει αλλά δεν την έχει διαλύσει. Η Κριστίν της δεν είναι απλώς μια υπηρέτρια ή μια φιγούρα ηθικής τάξης· είναι ένας άνθρωπος που έχει μάθει να επιβιώνει μέσα σε ένα σκληρό κοινωνικό πλαίσιο, κρατώντας όμως κάποιες σταθερές αρχές. Έχει ενδιαφέρον πως ακόμη κι εκείνη κινείται αμφίθυμα απέναντι στον Ζαν. Τον μειώνει, τον ειρωνεύεται, μοιάζει να βλέπει καθαρά τις φιλοδοξίες και την εγωκεντρικότητά του, κι όμως παραμένει δίπλα του, σαν να αποδέχεται αυτή τη σχέση ως μονόδρομο. Η Γιαννουδάκη αποδίδει εξαιρετικά αυτή τη σιωπηλή παραίτηση μιας γυναίκας που έχει συμβιβαστεί με όσα της έδωσε η ζωή, χωρίς όμως να χάνει πλήρως την αξιοπρέπειά της.
Ο Γιάννης Τσορτέκης, στον ρόλο του Ζαν, είναι καθηλωτικός ακριβώς γιατί δεν επιλέγει έναν μονοδιάστατο ήρωα. Ο Ζαν του κινείται συνεχώς ανάμεσα στη γοητεία και στην απειλή, ανάμεσα στη συμπάθεια και στην αντιπάθεια. Είναι ένας άνθρωπος έξυπνος, οξυδερκής, που γνωρίζει πολύ καλά τη θέση του μέσα στην κοινωνική πυραμίδα και ακριβώς γι’ αυτό θέλει απεγνωσμένα να ξεφύγει από αυτήν. Η φιλοδοξία του δεν παρουσιάζεται σαν απλή απληστία· μοιάζει περισσότερο με μια βαθιά ανάγκη διαφυγής από μια ζωή που τον πνίγει. Ο Τσορτέκης αποδίδει εξαιρετικά αυτή τη διαρκή εσωτερική σύγκρουση του ήρωα. Άλλοτε δείχνει σχεδόν ερωτευμένος με την Τζούλια και άλλοτε ψυχρός και έτοιμος να εκμεταλλευτεί κάθε αδυναμία της. Υψώνει τη φωνή του, υποχωρεί, ξαναπαίρνει τον έλεγχο, σαν να συμμετέχει συνεχώς σε ένα παιχνίδι εξουσίας χωρίς σταθερούς κανόνες.
Πρέπει να μου δώσεις λίγο θάρρος. Έλα αγκάλιασε με, πες μου πως με αγαπάς! – Δεσποινίδα Τζούλια
Ε; – Ζαν
Πες μου πως με αγαπάς! – Δεσποινίδα Τζούλια
Όχι, όχι, δεσποινίς. Όχι, όχι, δεν μπορώ να σας το πω αυτό τώρα! – Ζαν
Τι δεσποινίς; Ποια δεσποινίς; Δεν υπάρχουν τύποι πια ανάμεσα μας. Είναι δυνατόν; Λέγε με Τζούλια. Μίλα μου στον ενικό! – Δεσποινίδα Τζούλια
Μα πως δεν υπάρχουν τύποι; Τι είναι αυτά που λέτε; Υπάρχει παρελθόν! Υπάρχει ο κόμης! – Ζαν
Η σκηνοθεσία του Γιάννη Τσορτέκη είναι εξαιρετικά μελετημένη και βασίζεται στις αντιθέσεις — κοινωνικές, φωτιστικές, ψυχικές. Από τις πρώτες κιόλας στιγμές γίνεται σαφές πως τίποτα στη σκηνή δεν είναι τυχαίο. Η είσοδος της Κριστίν γίνεται αργά, σχεδόν αθόρυβα, σαν μια φιγούρα που υπάρχει ήδη μέσα στον χώρο και μέσα στη φθορά του. Ο Ζαν εμφανίζεται μέσα από το σκοτάδι, σαν να κουβαλά από την αρχή κάτι αμφίσημο και επικίνδυνο. Αντίθετα, η Τζούλια εισβάλλει από το φως, θεατρικά, απαιτώντας να την κοιτάξουν όλοι. Μέσα από αυτές μόνο τις τρεις εισόδους αποκαλύπτεται ήδη η κοινωνική θέση, η ψυχική κατάσταση και η δυναμική κάθε χαρακτήρα.
Ο Τσορτέκης στήνει μια παράσταση ασφυκτική, γεμάτη ένταση και υπόγεια βία. Οι ήρωες μοιάζουν να κινούνται διαρκώς στα άκρα, σαν άνθρωποι που πνίγονται και ψάχνουν απεγνωσμένα κάπου να κρατηθούν. Το παιχνίδι εξουσίας ανάμεσα στην Τζούλια και τον Ζαν αλλάζει συνεχώς χέρια, δημιουργώντας μια αίσθηση αβεβαιότητας και κινδύνου που παραμένει ζωντανή μέχρι το τέλος.
Η πρωτότυπη μουσική και ο σχεδιασμός ήχου του Γιώργου Μαυρίδη λειτουργούν σχεδόν υπνωτιστικά. Το επαναλαμβανόμενο ηχητικό μοτίβο, το έντονο μπάσο και ο διαρκής ήχος που θυμίζει τικ-τακ ρολογιού ή βόμβας δημιουργούν μια αίσθηση αγωνίας που δεν εγκαταλείπει ποτέ τη σκηνή. Είναι σαν ο χρόνος να μετρά αντίστροφα για όλους τους ήρωες. Η μουσική δεν συνοδεύει απλώς τη δράση· εισχωρεί στην ψυχολογία των προσώπων και μεταφέρει αυτή τη σχεδόν ψυχεδελική κατάσταση στην οποία μοιάζουν να βρίσκονται. Σαν να παρακολουθούν τη ζωή τους απ’ έξω, χωρίς να μπορούν να την ελέγξουν.
Ποια δύναμη με έσπρωξε κοντά σας; Ποια δύναμη; Η γοητεία που νιώθει ο αδύναμος για τον δυνατό; Ή αυτός που πέφτει για αυτό που ανεβαίνει; Ή μήπως είναι έρωτας; Είναι έρωτας; Ξέρετε τι θα πει έρωτας; – Δεσποινίδα Τζούλια
Ο σχεδιασμός φωτισμού του Περικλή Μαθιέλλη αξιοποιεί εξαιρετικά τη σύγκρουση ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι. Οι υπηρέτες παραμένουν συχνά στο ημίφως, σαν άνθρωποι που έχουν μάθει να ζουν αόρατοι, ενώ η παρουσία της Τζούλια φωτίζει απότομα τον χώρο, επιβάλλοντας την ανωτερότητα και την εξουσία της. Το φως εδώ δεν λειτουργεί καθησυχαστικά· αντίθετα, πολλές φορές αποκαλύπτει πιο βίαια όσα οι ήρωες προσπαθούν να κρύψουν. Και το σκοτάδι μοιάζει να φυλά όλα όσα δεν τολμούν να πουν.
Η σκηνική εγκατάσταση του Παναγιώτη Κουλουρά αποτυπώνει με ακρίβεια τον ταξικό διαχωρισμό που διαπερνά ολόκληρο το έργο. Οι ξύλινες καρέκλες και το ημίφως των υπηρετών αντιπαραβάλλονται με την πολυθρόνα, τα μαξιλάρια και το ατομικό φωτιστικό της Τζούλιας. Η λιτότητα συγκρούεται διαρκώς με την άνεση και τον πλούτο. Και πίσω απ’ όλα, οι τρεις πόρτες στέκουν σχεδόν σαν βουβά πρόσωπα ενός χορού που παρακολουθεί αμίλητος την καταστροφή να πλησιάζει. Όπως ακριβώς κι εμείς.
Πρόκειται για μια παράσταση βαθιά ανθρώπινη πάνω στην εξουσία, την επιθυμία και την ανάγκη διαφυγής. Με έντονες ερμηνείες και υποβλητική ατμόσφαιρα, αφήνει στο τέλος την αίσθηση μιας αργής, αναπόφευκτης καταστροφής που συνεχίζει να αντηχεί μέσα μας σαν εκείνο το ασταμάτητο «τικ-τακ».
Το καημένο το κορίτσι! Ήταν χυδαίο αυτό που έκανες! Πολύ χυδαίο! Άκου να δεις! Εγώ δεν μπορώ να ζήσω σε ένα σπίτι που δεν υπάρχει σεβασμός για τα αφεντικά! – Κριστίν
Γιατί να υπάρχει σεβασμός; – Ζαν
Πολύ τον έξυπνο κάνεις! – Κριστίν
Δεν τον κάνω, είμαι έξυπνος! Και στο φινάλε να σου πω κάτι; Είναι μια ικανοποίηση να βλέπεις οτι δεν είναι καλύτεροι από εμάς! – Ζαν
Για εμένα όχι! Αν τα αφεντικά μας δεν είναι καλύτερα, τότε ποιος ο λόγος να αγωνιζόμαστε να τους φτάσουμε; – Κριστίν
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ: ΕΔΩ
Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές
Σκηνοθεσία : Γιάννης Τσορτέκης
Πρωτότυπη μουσική-Σχεδιασμός ήχου: Γιώργος Μαυρίδης
Σχεδιασμός φωτισμού: Περικλής Μαθιέλλης
Σκηνική εγκατάσταση : Παναγιώτης Κουλουράς
Βοηθός σκηνοθέτη: Στάθης Γεωργαντζής
Φωτογράφηση : Πάτροκλος Σκαφίδας
Οργάνωση παραγωγής: Γιάννα Αλ Νακά
Παραγωγή: Θέατρο Χώρος
Υπεύθυνη Γραφείου Τύπου & Επικοινωνίας: Μαρία Τσολάκη
Διανομή:
Τζούλια: Έλενα Μαυρίδου
Κριστίν: Νεκταρία Γιαννουδάκη
Ζαν: Γιάννης Τσορτέκης











