
«Εκείνος κι εκείνος»: Κριτική Παράστασης
Παρακολουθήσαμε την παράσταση «Εκείνος κι εκείνος» στην καλοκαιρινή της περιοδεία στο Αμφιθέατρο Νέων Μουδανιών και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας μέσα από την παρακάτω ανασκόπηση.
✒️ Γράφουν: Σωτήρης Σουλούκος & Ιωάννης Αρμυριώτης
Φωτογραφίες ©: Ιωάννης Αρμυριώτης
«Εκείνος κι Εκείνος», ένα από τα πιο εμβληματικά έργα του Κώστα Μουρσελά, που αρχικά παρουσιάστηκε στην τηλεόραση τη δεκαετία του 1970. Πρωταγωνιστές είναι δύο αντιήρωες, ο Λουκάς (Γιώργος Κωνσταντίνου) και ο Σόλων (Λεωνίδας Κακούρης). Δυο φίλοι, σοφοί περιπλανώμενοι μποέμ, που ζουν στο περιθώριο της κοινωνίας, κυκλοφορούν στους δρόμους της Αθήνας και φιλοσοφούν τη ζωή με τον δικό τους μοναδικό τρόπο. Δεν έχουν κοινωνική καταξίωση, δεν έχουν περιουσία, ούτε μεγάλη προοπτική. Αυτό που έχουν είναι η μεταξύ τους φιλία και η ικανότητα να βλέπουν με σαρκασμό και χιούμορ την πραγματικότητα. Δύο άνθρωποι που θέλουν να είναι ελεύθεροι και τίποτα να μην τους εμποδίζει στο ταξίδι της ελευθερίας τους.
Το έργο δεν είναι μια απλή κωμωδία∙ μέσα από τις συζητήσεις τους, συχνά σε αστείες ή παράλογες καταστάσεις, θίγονται κοινωνικά, υπαρξιακά και πολιτικά ζητήματα, όπως η φτώχεια και η αδικία, η αδυναμία του «μικρού ανθρώπου» απέναντι στην εξουσία, η ματαιότητα της φιλοδοξίας, η αναζήτηση νοήματος σε έναν κόσμο γεμάτο αντιφάσεις κ.α. Η παράσταση έχει βαθιά φιλοσοφική διάσταση: ο Λουκάς και ο Σόλων σχολιάζουν με χιούμορ αλλά και μελαγχολία τον κόσμο γύρω τους.
Κανείς δεν είναι ελεύθερος, μόνο εμείς οι δύο – Λουκάς, Γιώργος Κωνσταντίνου
Πόσο ελεύθεροι είμαστε πραγματικά; Η εργασία είναι μέσο για να εκφραστούμε και να δημιουργήσουμε ή μήπως γίνεται τα δεσμά που μας καθηλώνουν σε μια ζωή γεμάτη υποχρεώσεις; Οι συμβάσεις που αποδεχόμαστε – κοινωνικές, επαγγελματικές, προσωπικές – μας προσφέρουν ασφάλεια ή μας κλέβουν την ουσία της ύπαρξης; Δύο άνθρωποι που δεν έχουν τίποτα, που αρνούνται τα πάντα, μπορούν να είναι πιο ευτυχισμένοι από εκείνους που τα κατέχουν όλα. Είναι δυνατόν η ένδεια, η απλότητα, η έλλειψη υλικών αγαθών να φέρει ελευθερία; Ή μήπως το κενό της στέρησης γίνεται δυσβάσταχτο;


Μέσα στο αυγό παθαίνεις ασφυξία. Δεν μπορείς να αναπνεύσεις. Εμείς θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι, να κοιμόμαστε όπου μας αρέσει, να βλέπουμε τον ήλιο, το φως που βγαίνει και να κοιμόμαστε κάτω από τα άστρα όταν πέφτει η νύχτα… – Λουκάς, Γιώργος Κωνσταντίνου
Ό,τι βλέπουμε μπορεί να μην είναι ακριβώς όπως φαίνεται. Ο κόσμος αλλάζει γρήγορα, οι βεβαιότητες ανατρέπονται από τη μια στιγμή στην άλλη. Μέσα σε αυτή τη ρευστότητα, ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να μεταμορφώνεται. Μπορούμε να γίνουμε πολλά και διαφορετικά πράγματα μέσα στη διάρκεια της ζωής μας – αρκεί να προσπαθήσουμε, να μην παραιτηθούμε. Κι όμως, η ζωή είναι πεπερασμένη και ο άνθρωπος ξοδεύει το μεγαλύτερο μέρος αυτών των χρόνων δουλεύοντας, για να έχει μία εβδομάδα άδεια τον χρόνο. Μια εβδομάδα για να δει τον κόσμο, για να απολαύσει τις ομορφιές που δεν προλαβαίνει να ζήσει καθημερινά. Είναι αρκετό;
Τελικά Σόλων ξέρεις που κατέληξα; Η εργασία κουράζει, σε εξαντλεί, σε αποδυναμώνει… Η ανθρώπινη φύση δεν είναι να δουλεύει. Ο φυσιολογικός άνθρωπος πρέπει να αρνείται την εργασία. Ο άνθρωπος για να είναι ευτυχής πρέπει να κάνει άλλα πράγματα. Να δημιουργεί, να στοχάζεται, να ονειρεύεται, να κολυμπάει στην θάλασσα, να χορεύει στην βροχή, να χαμογελάει, να μετράει τα αστέρια, να ερωτεύεται, να αγαπάει… – Λουκάς, Γιώργος Κωνσταντίνου



Η οργανωμένη κοινωνία μοιάζει με ένα αυγό. Προστατεύει, αλλά και φυλακίζει. Σου δίνει δομή, αλλά ταυτόχρονα σε κρατά δέσμιο, σε συνθλίβει και σε πολτοποιεί. Μέσα στο αυγό του συστήματος, ο άνθρωπος χάνει την ελευθερία του. Έξω από αυτό, ρισκάρει την ασφάλεια αλλά ίσως κερδίσει τη χαρά του απρόβλεπτου. Κι όμως, οι άστεγοι – οι «εκτός» του συστήματος – δεν είναι απαλλαγμένοι από κόπο. Αντίθετα, συχνά είναι οι πιο ταλαιπωρημένοι, οι πιο κουρασμένοι, εκείνοι που ζουν χωρίς καμία ασφάλεια, χωρίς στήριγμα, χωρίς την πολυτέλεια του «ΙΚΑ». Η καθημερινότητά τους είναι αγώνας επιβίωσης, κι όμως εκεί μέσα κρύβεται μια παράξενη, πεισματική ελευθερία.
Δεν θέλω να μπω στο αυγό, πνίγομαι, παθαίνω ασφυξία, δεν μπορώ να αναπνεύσω… Θέλω να είμαι έξω ελεύθερος, να βλέπω τις ομορφιές του κόσμου… Θέλω να είμαι έξω να βλέπω τον ουρανό, την θάλασσα, το φεγγάρι. Να νιώθω να με πλένει η βροχή θέλω… – Λουκάς, Γιώργος Κωνσταντίνου
Και αν η οργανωμένη κοινωνία δημιουργεί τη δομή, αυτοί οι δύο ήρωες προτιμούν την αντιδομή. Μιλούν για όλα αυτά που ελπίζουν πως θα γίνουν. Σκέφτονται πως ίσως έρθει εκείνη η μέρα που ο άνθρωπος δεν θα ζει για να δουλεύει, αλλά για να χαίρεται και να κάνει όσα τον γεμίζουν. Μια ζωή γεμάτη χρόνο – χρόνο για τον εαυτό, χρόνο για τους άλλους. Ωστόσο, ο κόσμος της «καθιστής αρκούδας» – του ανθρώπου που μαθαίνει να ζει καθισμένος, περιορισμένος, παραιτημένος – δείχνει ανθεκτικός. Μένει ίδιος, επιμένει. Και τότε κάποιοι διαλέγουν να μείνουν απέξω. Να σταθούν όσο μπορούν μακριά, με το ρίσκο της αβεβαιότητας αλλά και με την παρηγοριά ότι δεν ανήκουν ολοκληρωτικά σε ένα σύστημα που τους πνίγει.
Δύο άνθρωποι, λίγο αφελείς, λίγο σοφοί, στα όρια της κοινωνίας, μας θυμίζουν με τον δικό τους τρόπο ότι η ελευθερία δεν είναι δεδομένη∙ είναι επιλογή. Και η επιλογή αυτή έχει πάντα κόστος – αλλά ίσως και την πιο γλυκιά ανταμοιβή.
Ο Τροχός Λουκά, ο τροχός. Ο τροχός που γυρίζει. Γυρίζει, και εκεί που είσαι εκεί στα ψηλά, ξαφνικά κατέρχεσαι κάτω στα χαμηλά. – Σόλων
Και άμα είσαι στα χαμηλά, δεν ανεβαίνεις δηλαδή στα ψηλά; […] Συγνώμη και εμείς κάτω δεν είμαστε; Γιατί δεν πάμε και εμείς απάνω; […] Δεν γυρίζει για εμάς ο τροχός. Ο ίδιος τροχός δεν είναι για όλους; Τότε γιατί; – Λουκάς
Γιατί Λουκά, υπάρχουν τροχοί που γυρίζουν, και τροχοί που δεν γυρίζουν. Υπάρχουν τροχοί που σε πάνε ψηλά και τροχοί που σε κρατάνε κάτω κολλημένο στην λάσπη, να βλέπεις τους άλλους τους τυχερούς… – Σόλων


Στο τέλος, ο Λουκάς δεν αντέχει άλλο την «φιλοσοφία της αντοχής». Εκρήγνυται. Το ξέσπασμά του δεν είναι μόνο προσωπικό∙ είναι η φωνή όλων εκείνων που ζουν σε μια κοινωνία που υπόσχεται ελευθερία, αλλά στην πράξη προσφέρει δεσμεύσεις, περιορισμούς, φραγμούς. Η ελευθερία του ανθρώπου δεν είναι ποτέ απόλυτη. Κουβαλά συνέπειες και δεσμεύσεις, σαν ένα δίκοπο μαχαίρι. Η ελευθερία δεν είναι ρομαντική έννοια, ούτε ουτοπία. Είναι ένας αγώνας δύσκολος, επίπονος, μοναχικός. Έχει συνέπειες, έχει δεσμεύσεις, έχει πληγές. Και γι’ αυτό ακριβώς είναι πολύτιμη. Ο Λουκάς ουρλιάζει για αυτό που πολλοί σιωπούν. Χωρίς την ελευθερία ο άνθρωπος καταντά υπάκουος, ήσυχος, βολεμένος αλλά βαθιά δυστυχισμένος. Και όμως η ελευθερία πονάει, η κοινωνία δεν τη συγχωρεί και το τίμημά της είναι βαρύ.
Μην κλαις, μωρό μου. Μην κλαις. Μπορεί να έκανα λάθος. Μπορεί να γυρίζει και ο δικός μας ο τροχός. Αλλά να γυρίζει κάπως πιο αργά. Πιο μεγαλόπρεπα. Κατά βάθος έχω την υποψία ότι γυρίζει, αλλά και να μην γυρίζει εμείς έχουμε τη θάλασσα, τη βροχή, τον ουρανό, τα αστέρια. Έχουμε την ελευθερία μας Λουκά! Γιατί εμείς δεν μπήκαμε στο αυγό. – Σόλων, Λεωνίδας Κακούρης


«Εκείνος κι Εκείνος»: Ανάμεσα στο χθες και το σήμερα, με ερμηνείες που καθηλώνουν
Μια θεατρική παράσταση αρκετά βαθιά, με μηνύματα που παραμένουν επίκαιρα ως προς την αναζήτηση της ελευθερίας και την κριτική στον κοινωνικό καθωσπρεπισμό. Ωστόσο, σε αρκετά σημεία φαίνεται να κουβαλά ακόμη την αύρα μιας άλλης εποχής, ίσως πιο αθώας, που σήμερα δεν αντανακλάται με την ίδια δύναμη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η φιγούρα της Ελληνορωσίδας αστυνόμου. Η ξενική προφορά, που παλαιότερα προκαλούσε γέλιο και λειτουργούσε ως εύστοχο σχόλιο πάνω στη γραφειοκρατική αμηχανία, σήμερα μοιάζει ελαφρώς παρωχημένη. Ο σύγχρονος θεατής δύσκολα θα συναντήσει κάτι τέτοιο στην καθημερινότητα, κι έτσι η σκηνή χάνει μέρος από την αμεσότητά της.
Οι ερμηνείες ήταν συγκλονιστικές και έδωσαν ζωή στο κείμενο. Ο Γιώργος Κωνσταντίνου, ένας σπουδαίος ηθοποιός, μια ζωντανή θεατρική ιστορία, στη σκηνή δίνει την αίσθηση ότι ο ρόλος γράφτηκε για εκείνον. Με το βλέμμα, το χιούμορ και την κλασική του λιτότητα, κλέβει αναμφισβήτητα την παράσταση. Ο Λεωνίδας Κακούρης, ως ο ιδανικός του συνοδοιπόρος στην ιστορία, είναι ζεστός και προσιτός, αλλά και αυστηρός όταν πρέπει, αποδίδει έναν χαρακτήρα γεμάτο προστατευτικότητα απέναντι στον Λουκά. Μια ερμηνεία που αποπνέει καλοσύνη και ισορροπία. Ο Δημήτρης Σταρόβας με την πληθωρική του παρουσία και την μοναδική του αμεσότητα προς το κοινό δημιουργεί ξεκαρδιστικές σκηνές γεμάτες ρυθμό. Τέλος η Σοφία Μανωλάκου, αποτελεί μια φωτεινή, γοητευτική, με θετική ενέργεια παρουσία που συμπληρώνει ιδανικά τον θίασο.
Στο επίπεδο της σκηνοθεσίας, οι επιλογές φανερώνουν διάθεση ανανέωσης και προσαρμογής στο σήμερα, όχι πάντα όμως επιτυχημένη. Τα σκηνικά είναι ζεστά και λειτουργικά, δημιουργούν οικειότητα με το κοινό, ωστόσο ορισμένες παρεμβάσεις —όπως η χρήση λούτρινων σκύλων ή τα καροτσάκια— δείχνουν να μην εντάσσονται αρμονικά στο ύφος του έργου. Το μήνυμα περνά με το μέσο που χρησιμοποιείται, χωρίς όμως να είναι αισθητικά ωραίο το αποτέλεσμα. Περισσότερο αποσπούν παρά εμπλουτίζουν το νόημα.


Συνολικά, η παράσταση αποδεικνύει τη δύναμη του κειμένου και τη γοητεία των ερμηνειών. Το μήνυμα της ελευθερίας, των ορίων και των κοινωνικών δεσμεύσεων παραμένει επίκαιρο. Ωστόσο, η σκηνοθετική γραμμή φαίνεται να στέκεται ανάμεσα στο χθες και το σήμερα, χωρίς να βρίσκει πάντα τη γέφυρα που θα ενώσει τις δύο εποχές. Το μόνο σίγουρο είναι οτι οι θεατές φεύγουν έχοντας παρακολουθήσει ένα σπάνιο θεατρικό κείμενο.
Τι είναι η ζωή; Μια μικρή νάιλον σακούλα γεμάτη αρώματα χρώματα, οξυγόνο. Δεν αντέχει πολλά αυτή η σακουλίτσα, γιατί να την επιβαρύνουμε εμείς με περιττά άγχη και περιττά βάρη; Μια τρυπίτσα να της κάνει ένα “πλάφ” και θα χυθούν τα αρώματα, θα χυθούν τα χρώματα, θα χυθεί το οξυγόνο και θα πεθαίνατε από ασφυξία.. – Λουκάς, Γιώργος Κωνσταντίνου
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ: ΕΔΩ
Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ
ΠΑΙΖΟΥΝ: Γιώργος Κωνσταντίνου, Λεωνίδας Κακούρης, Δημήτρης Σταρόβας, Σοφία Μανωλάκου
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Κείμενο: Κώστας Μουρσελάς
Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Ρήγας
Σκηνικά: Γιάννης Σπανόπουλος
Κοστούμια: Κωνσταντίνος Γιαννιώτης
Φωτισμοί: Αλέξανδρος Αλεξάνδρου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Δανάη Σταματοπούλου
Δημόσιες Σχέσεις: Νταίζη Λεμπέση
Οργάνωση Παραγωγής: Χριστιάνα Σακαρέλη
Διεύθυνση Παραγωγής: Θοδωρής Γκόγκος
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Λευτέρης Πλασκοβίτης
Παραγωγή: Non Grata Productions











