
«Η δεξιά, η αριστερά και ο κυρ-Παντελής»: Κριτική Παράστασης
Παρακολουθήσαμε την παράσταση «Η δεξιά, η αριστερά και ο κυρ-Παντελής» στο Θέατρο Μικρό Παλλάς και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας μέσα από αυτήν την ανασκόπηση.
✒️ Γράφει: Ιωάννης Αρμυριώτης
Ο Σταμάτης Φασουλής σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί στη θρυλική κωμωδία «Η δεξιά, η αριστερά και ο κυρ-Παντελής» των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου, που ανεβαίνει στο Μικρό Παλλάς. Μαζί του στη σκηνή βρίσκονται οι Ελένη Καστάνη, Γιώργος Δεπάστας, Δέσποινα Πολυκανδρίτου, Γιώργος Βουρδαμής, Απόστολος Καμιτσάκης, Γιώργος Κορομπίλης και Μαρία Καραβά.
Το έργο καταγράφει την πορεία μιας ελληνικής οικογένειας από την απελευθέρωση, στα Δεκεμβριανά και στη συνθήκη της Βάρκιζας, μέσα από τη ματιά δύο κορυφαίων συγγραφέων. Είναι η μοναδική κωμωδία που έχει γραφτεί για τα Δεκεμβριανά, μια σπάνια θεατρική αποτύπωση αυτής της ταραγμένης ιστορικής περιόδου. Το έργο αποτελεί το δεύτερο έργο μιας εν δυνάμει τριλογίας, που περιλαμβάνει την κωμωδία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» και την «Ανώμαλη προσγείωση» (γνωστή και ως «Υπάρχει και φιλότιμο»). Πρωτοπαρουσιάστηκε το 1946 από τον θίασο Κοτοπούλη στο θέατρο Rex, με πρωταγωνιστή τον Βασίλη Λογοθετίδη.
Ένα διαχρονικό θεατρικό διαμάντι, που αποτυπώνει με χιούμορ και διορατικότητα τις κοινωνικοπολιτικές αναταράξεις της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Ερμηνείες
Μια οικογένεια στην Αθήνα του 1940 βρίσκεται στο επίκεντρο των μεγάλων γεγονότων που συνταράσσουν την Ελλάδα. Ο πατέρας, ο πολύπαθος κυρ Παντελής, που υποδύεται εξαιρετικά ο Σταμάτης Φασουλής, παλεύει να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στους δύο γιους του, οι οποίοι βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα. Ο ένας υποστηρίζει τη μία παράταξη, ενώ ο άλλος αγωνίζεται στο πλευρό της άλλης παράταξης. Οι συγκρούσεις τους είναι έντονες, οι απόψεις τους αδιαπραγμάτευτες και ο ίδιος ο Παντελής γίνεται έρμαιο των δύο παρατάξεων, αναγκασμένος να ταλαντεύεται μεταξύ των δύο κόσμων – πότε από εδώ, πότε από εκεί – ισορροπώντας με μαεστρία ανάμεσα στο χιούμορ και τη συγκίνηση. Με τη μοναδική εκφραστικότητα και σκηνική του παρουσία, ζωντανεύει έναν χαρακτήρα που παλεύει με τις κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις της εποχής. Κάθε του κίνηση και παύση είναι μελετημένη, αναδεικνύοντας το μεγαλείο του ταλέντου του. Μια ερμηνεία που καθηλώνει και επιβεβαιώνει την κορυφαία θέση του στο ελληνικό θέατρο.
Η μητέρα, που ενσαρκώνει με μοναδικό τρόπο η Ελένη Καστάνη, μοιάζει να ζει στη δική της πραγματικότητα. Με την αφέλειά της βλέπει τα πάντα μέσα από έναν πιο φωτεινό και αισιόδοξο φακό. Η στάση της δεν είναι μόνο μια ασπίδα προστασίας από την αγριότητα των γεγονότων, αλλά και ένας τρόπος να κάνει την καθημερινότητα πιο ανεκτή, πιο υποφερτή. Με το δικό της χιούμορ και την ακαταμάχητη αθωότητά της, καταφέρνει να δώσει μια ελαφρότητα ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές. Μια άκρως ταλαντούχα ηθοποιός που δίνει φως στον χαρακτήρα της, αποδίδοντας με φυσικότητα και βάθος κάθε του πτυχή. Με εκφραστικότητα, σκηνική παρουσία και αφοσίωση, καταφέρνει να ζωντανέψει τον ρόλο της, κάνοντάς τον αληθινό και οικείο στο κοινό.
Η παράσταση ισορροπεί αριστοτεχνικά ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα, προσφέροντας γέλιο αλλά και βαθιά συγκίνηση. Η Δέσποινα Πολυκανδρίτου ενσαρκώνει με εξαιρετική δεξιοτεχνία τον ρόλο της Φρόσως, της οικιακής βοηθού της οικογένειας. Με την αυθεντική της ερμηνεία, καταφέρνει να αποδώσει την αθωότητα του χαρακτήρα, προσφέροντας στο κοινό στιγμές γέλιου αλλά και συγκίνησης, καθώς με το συγκλονιστικό της τραγούδι καθηλώνει το κοινό. Οι φωνητικές της δυνατότητες στο τραγούδι αναδεικνύουν το πολυδιάστατο ταλέντο της, προσθέτοντας μια επιπλέον πινελιά στην παράσταση. Η φυσικότητα με την οποία κινείται στη σκηνή και η εκφραστικότητά της συμβάλλουν καθοριστικά στη δημιουργία μιας ζεστής και οικείας ατμόσφαιρας.
Οι γιοι της οικογένειας, που βρίσκονται σε αντίπαλα ιδεολογικά στρατόπεδα, ενσαρκώνονται με εντυπωσιακή αυθεντικότητα από τον Απόστολο Καμιτσάκη (Σταύρος – δεξιός) και τον Γιώργο Βουρδαμή (Κώστας – αριστερός). Από την μία, ο Καμιτσάκης αποδίδει με στιβαρότητα και εσωτερική ένταση τον Σταύρο, μεταφέροντας στο κοινό τον συντηρητισμό και την ανάγκη του χαρακτήρα του για τάξη και σταθερότητα. Οι εκφράσεις του και ο τρόπος που στέκεται στη σκηνή αντικατοπτρίζουν έναν άνθρωπο που παλεύει να διατηρήσει τον έλεγχο σε μια εποχή αβεβαιότητας. Από την άλλη, ο Βουρδαμής ζωντανεύει με πάθος και ευαισθησία τον Κώστα, αποδίδοντας με αμεσότητα τη νεανική ορμή και την πίστη που εκφράζει ο χαρακτήρας του σε έναν πιο δίκαιο κόσμο. Και οι δύο ηθοποιοί δημιουργούν μια δυναμική αντίθεση που μεγαλώνει την ένταση της παράστασης, ενώ οι συγκρούσεις τους στη σκηνή είναι πειστικές και γεμάτες ένταση.
«Η ελευθερία του Σταύρου τελειώνει εκεί που ξεκινάει η ελευθερία του Κώστα. Και η ελευθερία του Κώστα τελειώνει εκεί που ξεκινάει η ελευθερία του Σταύρου» – Κυρ Παντελής.
Ο Γιώργος Δεπάστας ενσαρκώνει με αμεσότητα και φυσικότητα τον κυρ-Σωτήρη, τον σταθερό και ευχάριστο φίλο του κυρ-Παντελή. Με την ήρεμη παρουσία του, λειτουργεί ως αγγελιοφόρος της οικογένειας, φέρνοντας άλλοτε ευχάριστα και άλλοτε δυσάρεστα νέα, πάντα με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Η ερμηνεία του ξεχωρίζει για τη ζεστασιά και την αυθεντικότητά της, προσφέροντας στιγμές ειλικρινούς φιλίας.
Ο Γιώργος Κορομπίλης αποδίδει με εξαιρετική δεξιοτεχνία τον Πολιτοφύλακα και τον Εθνοφύλακα, δύο ρόλους που αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Με κάθε αλλαγή στο χαρακτήρα του, καταφέρνει να φέρει στο φως τις αντιφάσεις και τις αντιπαραθέσεις της εποχής, κάνοντας τον θεατή να αντιληφθεί την πολυπλοκότητα των δύο αυτών ρόλων, που φαίνονται τόσο παρόμοιοι και ταυτόχρονα τόσο διαφορετικοί.
Αντίστοιχα, η Μαρία Καραβά ερμηνεύει αφενός τη Φωφώ, την ελασίτισσα, και αφετέρου την Πιπίτσα, την εθνικίστρια. Με τη σκηνική της παρουσία και την αλλαγή στην εκφραστικότητα, αναδεικνύει τη δυναμική των δύο εντελώς αντίθετων χαρακτήρων. Από τη μια, η Φωφώ με την αφοσίωσή της στον αγώνα, και από την άλλη, η Πιπίτσα, με την έντονη πίστη της στις εθνικιστικές αξίες, δημιουργούν μια ενδιαφέρουσα και έντονα αντιφατική σκηνική εικόνα.
Η σκηνοθεσία της παράστασης είναι ζεστή και εντυπωσιακά όμορφη, δημιουργώντας αμέσως μια αίσθηση οικειότητας και αυθεντικότητας. Το σκηνικό, ένα απλό αλλά πλήρως ολοκληρωμένο εσωτερικό σπιτιού, αποτυπώνει με ακρίβεια τις αντιφάσεις και τις δυσκολίες μιας οικογένειας που βιώνει τις προκλήσεις κάθε εποχής.
Τα ρούχα και τα αντικείμενα της εποχής είναι εξαιρετικά επιλεγμένα, δίνοντας στον θεατή την αίσθηση ότι εισέρχεται σε μια άλλη εποχή, γεμάτη από τις λεπτομέρειες που συνθέτουν την καθημερινή ζωή εκείνης της περιόδου. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η εικονική αίσθηση του μπαλκονιού, με την Αθήνα της εποχής να διαγράφεται στο φόντο, ενισχύοντας την ατμόσφαιρα και δημιουργώντας ένα απόλυτα ρεαλιστικό σκηνικό που συμβάλει στην αυθεντικότητα της παράστασης.
Μέσα από το έργο, θίγονται διαχρονικά ζητήματα που αφορούν την Ελλάδα και την ιστορία της. Το παρελθόν της χώρας, οι διχασμοί, τα λάθη και τα πάθη των ανθρώπων ξεδιπλώνονται μέσα από τη ζωή μιας οικογένειας που προσπαθεί να επιβιώσει σε μια ταραγμένη εποχή. Το φινάλε φορτίζει συναισθηματικά τους θεατές, αφήνοντας τους με μια αίσθηση προβληματισμού και συγκίνησης.
Η ρήση «Αμαρτίες τέκνων παιδεύουσι γονείς» ταιριάζει απόλυτα στο πλαίσιο της παράστασης, καθώς αναδεικνύει το βάρος που επωμίζονται οι γονείς λόγω των επιλογών των παιδιών τους. Σε αντίθεση με τη γνωστή εκδοχή της φράσης («Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα»), που αναφέρεται στη μεταβίβαση των σφαλμάτων των γονέων στα παιδιά, η αλλαγμένη εκδοχή τονίζει την αντίστροφη δυναμική: όταν οι γονείς υποφέρουν από τις πράξεις των παιδιών τους. Στην περίπτωση του κυρ Παντελή, αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα, καθώς βρίσκεται εγκλωβισμένος στις αντίθετες πορείες των γιων του. Οι αποφάσεις και οι συγκρούσεις τους δεν επηρεάζουν μόνο τους ίδιους, αλλά και τον ίδιο τους τον πατέρα, ο οποίος βιώνει τον διχασμό, την αγωνία και τις συνέπειες των επιλογών τους. Η φράση λοιπόν αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα μέσα στο έργο, αναδεικνύοντας μια σκληρή αλήθεια που συχνά συνοδεύει τις ιστορικές αναταραχές: όταν οι νέες γενιές έρχονται αντιμέτωπες με κρίσιμα διλήμματα, οι παλιότερες συχνά πληρώνουν το τίμημα. Ο κυρ Παντελής λοιπόν, βιώνει αυτό το ρητό στο πετσί του, μέσα σε ένα σκηνικό που άλλοτε προκαλεί γέλιο κι άλλοτε σφίγγει την καρδιά.
«Δεν έχουμε χέρια μόνο για να πολεμάμε. Έχουμε χέρια για να αγκαλιάζουμε… και τα έχει ανάγκη αυτά τα χέρια αυτός ο τόπος… ο ρημαδιασμένος» – Κυρ Παντελής.
Μια παράσταση που συνδυάζει γέλιο, προβληματισμό και εξαιρετική ερμηνεία από ταλαντούχους και καταξιωμένους ηθοποιούς. Μια παραγωγή των αθηναϊκών θεάτρων που υπόσχεται να καθηλώσει το κοινό με την ποιότητά της και τη δυναμική της.
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ: ΕΔΩ
Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Αλέκος Σακελλάριος – Χρήστος Γιαννακόπουλος
Η δεξιά, η αριστερά και ο κυρ-Παντελής
Σκηνοθεσία: Σταμάτης Φασουλής
Σκηνικά-Κοστούμια : Πάρις Μέξης
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Ηχητικός σχεδιασμός: Αντώνης Παπακωνσταντίνου
Βοηθός σκηνοθέτη: Αιμιλία Καραντζούλη
Βοηθός σκηνογράφου : Μέλπω Κασαπίδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Ελευθερία Πέτροβα
Ευχαριστούμε θερμά τη σκηνογράφο και ενδυματολόγο Γεωργίνα Γερμανού για την υποστήριξή της.
Φωτογραφίες παράστασης : Γιώργος Καβαλλιεράκης
Διεύθυνση Επικοινωνίας: Ελίνα Λαζαρίδου
Τμήμα Επικοινωνίας: Ειρήνη Τσίκα
SocialMedia : Μαργαρίτα Μαρμαρά
Παραγωγή: Αθηναϊκά Θέατρα
Παίζουν: Σταμάτης Φασουλής, Ελένη Καστάνη, Γιώργος Δεπάστας, Δέσποινα Πολυκανδρίτου, Γιώργος Βουρδαμής, Απόστολος Καμιτσάκης, Γιώργος Κορομπίλης, Μαρία Καραβά.












