
«Η Φόνισσα, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη»: Κριτική Παράστασης
✒️Γράφει: Σωτήρης Σουλούκος
Παρακολουθήσαμε την παράσταση «Η Φόνισσα, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη» στο Θέατρο Χώρος, και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.
Η «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη παρουσιάζεται στο Θέατρο Χώρος από την Ομάδα «Φάος», σε διασκευή και σκηνοθεσία του Θοδωρή Αμπαζή. Δεκαπέντε χρόνια μετά τους «Εμπόρους των εθνών», ο σκηνοθέτης επιστρέφει στον Παπαδιαμάντη με μια μουσικοθεατρική προσέγγιση, όπου 14 ηθοποιοί (Αναγνωστόπουλος Βασίλης, Αποστόλου Μελίνα, Γαβριηλίδης Αρσένιος, Γεωργακοπούλου Τόνια, Γρηγοράκη Στέλλα, Θεοδωροπούλου Σέβη, Καράμπελα Μυρτώ, Κλείδωνα Αλίκη, Κωτσίου Αναστασία, Μπογιατζή Χριστίνα, Νικητοπούλου Δάφνη, Παπανδρέου Θεοδώρα, Πλάντζου Κατερίνα, Ψαρρή Νάσια) μετατρέπουν τον γλωσσικό πλούτο του έργου σε πολυφωνική, χορική σκηνική δράση, αξιοποιώντας κυρίως σώματα και φωνές. Με λιτά σκηνικά μέσα, η παράσταση αναδεικνύει τη σκοτεινή ιστορία της Φραγκογιαννούς, μιας γυναίκας καταβεβλημένη από τη φτώχεια και τα ήθη της εποχής, που φτάνει στο έγκλημα πιστεύοντας πως προσφέρει λύτρωση, φωτίζοντας έτσι τη διαχρονική τραγικότητα και τη βαθιά ποιητικότητα του εμβληματικού διηγήματος.


«Η Φόνισσα, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη»: Η δύναμη της συλλογικότητας στη σκηνοθετική ματιά του Θοδωρή Αμπαζή!
Η παράσταση «Φόνισσα» σε σκηνοθεσία Αμπαζή ξεχωρίζει για την απλότητα και τη λιτότητα του σκηνικού, που όμως αποδεικνύεται απόλυτα λειτουργικό. Στη μέση της σκηνής δεσπόζει μια σιδερένια λεκάνη, με λευκό ύφασμα στο εσωτερικό της, η οποία γίνεται το κέντρο της δράσης και το σύμβολο της βίας, της ζωής και του θανάτου που διαπερνά την ιστορία. Η σκηνική οικονομία σε συνδυασμό με τη στοχευμένη χρήση αντικειμένων ενισχύει την ένταση και την εστίαση στο ψυχολογικό βάρος του έργου.
Η Χαδούλα, η λεγομένη Φράγκισσα, ή άλλως Φραγκογιαννού, ήτο γυνή σχεδόν εξηκοντούτις, καλοκαμωμένη, με αδρούς χαρακτήρας, με ήθος ανδρικόν, και με δύο μικράς άκρας μύστακος άνω των χειλέων της. Εις τους λογισμούς της, συγκεφαλαιούσα όλην την ζωήν της, έβλεπεν ότι ποτέ δεν είχε κάμει άλλο τίποτε ειμή να υπηρετεί τους άλλους. Όταν ήτο παιδίσκη υπηρέτη τους γονείς της. Όταν υπανδρεύθη, έγινε σκλάβα του συζύγου της – και όμως, ως εκ του χαρακτήρος της και της αδυναμίας εκείνου, ήτο συγχρόνως και κηδεμών αυτού· όταν απέκτησε τέκνα, έγινε δούλα των τέκνων της· όταν τα τέκνα της απέκτησαν τέκνα, έγινε πάλιν δουλεύτρια των εγγόνων της.
Οι ηθοποιοί κινούνται ως ένα σώμα, με απόλυτη συντονισμένη συνεργασία, δημιουργώντας μια αίσθηση ενότητας και συνοχής που κυριαρχεί σε όλη την παράσταση. Η ιστορία είναι γνωστή: μια ηλικιωμένη γυναίκα, θύμα της πατριαρχίας και της καταπίεσης στο οικογενειακό πλαίσιο, σκοτώνει νεαρά κορίτσια. Ο χαρακτήρας της αναδεικνύει την τραγική αντίφαση της παράλογης λογικής: μέσα από την πράξη της, προσπαθεί να προστατεύσει τα κορίτσια από το μέλλον τους, από το μέλλον που η ίδια βίωσε, από την ίδια της την τύχη. Η σκηνική παρουσία της είναι έντονη, σκοτεινή και ταυτόχρονα τραγική, και η ψυχολογική της πολυπλοκότητα αποτυπώνεται με υποδειγματικό τρόπο.
Το νεογνόν είχε γεννηθεί προ δύο εβδομάδων. Η μητέρα του είχε κάμει βαρεία λεχωσιά. Ήτο αύτη η κοιμωμένη επί της κλίνης, η πρωτότοκος κόρη της Φραγκογιαννούς, η Δελχαρώ η Τραχήλαινα. Είχαν βιασθεί να το βαπτίσουν την δεκάτην ημέραν, επειδή έπασχε δεινώς· είχε κακόν βήχα, κοκκίτην, συνοδευόμενον με σπασμωδικά σχεδόν συμπτώματα. Επί πολλάς νύκτας η Φραγκογιαννού δεν είχε δώσει ύπνον εις τους οφθαλμούς της, ουδέ εις τα βλέφαρά της νυσταγμόν, αγρυπνούσα πλησίον του μικρού πλάσματος, το οποίον ουδ’ εφαντάζετο ποίους κόπους επροξένει εις τους άλλους, ουδέ πόσα βάσανα έμελλε να υποφέρει, εάν επέζη, και αυτό. Και δεν ήτο ικανόν να αισθανθεί καν την απορίαν, την οποίαν μόνη η μάμμη διετύπωνε κρυφίως μέσα της· «Θεέ μου, γιατί να έλθει στον κόσμον κι’ αυτό;»
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της παράστασης είναι η συλλογική υποκριτική. Όλοι οι συμμετέχοντες ενώθηκαν σε μια φωνή και σε ένα σώμα, με κοινό οδηγό την αγάπη τους για την υποκριτική και καθοδηγητή τον σκηνοθέτη. Η ισορροπία ανάμεσα στη χρήση καθαρεύουσας και δημοτικής γλώσσας, η οποία εναλλάσσεται με ευφάνταστο τρόπο, εμπλουτίζει την αφήγηση, δημιουργώντας στιγμές χιούμορ, αγωνίας και έντασης, χαλάρωσης και . Η πολυφωνία των ηθοποιών σε συνδυασμό με στιγμές μονοφωνίας προσφέρει ένταση, βάθος και διαφορετικές συναισθηματικές χροιές, ενώ η ρυθμική συνέργεια της ομάδας ενισχύει την αίσθηση της κοινής μοίρας και της συλλογικής εμπειρίας.
Η γραία ήνοιξε βλοσυρά όμματα, κ’ έκαμε χειρονομίαν ανυπομονησίας και απειλής. – Ε! θα σκάσης; είπε. Της Φραγκογιαννούς ήρχισε πράγματι «να ψηλώνει ο νους της». Είχε «παραλογίσει» επί τέλους. Έκλινεν επί του λίκνου. Έχωσε τους δύο μακρούς, σκληρούς δακτύλους μέσα εις το στόμα του μικρού, διά να «το σκάσει». Ήξευρεν ότι δεν ήτο τόσον συνήθεια «να σκάζουν» τα πολύ μικρά παιδιά. Αλλ’ είχε «παραλογίσει» πλέον. Δεν ενόει καλά τι έκαμνε, και δεν ωμολόγει εις εαυτήν τι ήθελε να κάμει. Και παρέτεινε το σκάσιμον επί μακρόν είτα εξάγουσα τους δακτύλους της από το μικρόν στόμα του οποίου είχε κοπή η αναπνοή, έδραξεν έξωθεν τον λαιμόν του βρέφους, και τον έσφιγξεν επ’ ολίγα δευτερόλεπτα.
Αυτό ήτον όλον.
Η παράσταση καταφέρνει να συνδυάσει το βάρος του κλασικού κειμένου με μια σύγχρονη θεατρική αισθητική. Η σκηνοθετική καθοδήγηση, η αφοσίωση των ηθοποιών και η σαφής σκηνογραφική επιλογή δημιουργούν ένα αποτέλεσμα μοναδικό: όχι μόνο ηθοποιούν, αλλά «γίνονται» το έργο, ζώντας την ιστορία σε όλα τα επίπεδα. Η ένταση, η ατμόσφαιρα και η πολυδιάστατη γλώσσα καθιστούν την παράσταση μια εμπειρία που μένει έντονα στο θεατή, αναδεικνύοντας το ανθρώπινο και κοινωνικό μήνυμα του έργου με συγκλονιστικό τρόπο.
Η Φραγκογιαννού εσκέφθη· «Θα φωνάξουν τάχα;… Θ’ ακουστεί; Πού ν’ ακουστεί!… Πρέπει να κάμω γρήγορα, προσέθηκε μέσα της. Αυτός, όπου είναι, τώρα σε λίγο, θα ’ρθει ’δω, γιατί θα σουρουπώσει, και δε θα βλέπει να κάνει δουλειά εκεί κάτω… Και πρέπει να φεύγω το γληγορώτερο, χωρίς να με ιδεί όπως δεν με είδε ως τώρα». Εδίστασε προς στιγμήν. Ησθάνθη μέσα της φοβεράν πάλην. Είτα είπε, σχεδόν μεγαλοφώνως· «Καρδιά!… αυτό είναι μια απόφαση». Και δράξασα με τας δύο χείρας τα δύο κοράσια, τα ώθησε με μεγάλην βίαν. Εκούσθη μέγας πλαταγισμός. Τα δύο πλάσματα έπλεαν εις το νερόν της στέρνας. Η μεγαλυτέρα κορασίς έρρηξεν οξείαν κραυγήν, ήτις αντήχησεν εις την μοναξίαν της εσπέρας. – Μα….!
Ο εναρμονισμός και ο συγχρονισμός των ηθοποιών υπήρξαν μοναδικοί. Κινούνταν, ανέπνεαν και εκφέρονταν ως ένα σώμα, σαν ένα καλοκουρδισμένο ρολόι, όπου κάθε μηχανισμός λειτουργεί με ακρίβεια και απόλυτη συνείδηση του συνόλου. Η συλλογικότητα δεν ήταν απλώς τεχνική επίτευξη· ήταν σκηνική στάση και αισθητική επιλογή.
– Ε Θεέ μου, και να ‘πεφτες μέσα, Ξενούλα! είπε με αλλόκοτον γέλωτα η Φραγκογιαννού. Τι λευθεριά θα ’κανες της μάνας σου!
– Ε! Σε μου, τσαι νάμπεμπες μπέσα! εμιμήθη παρωδούσα την φωνήν η Ξενούλα! Τσι λελυγιά τσάκαλες τσης μπάμιας σου!
Είχεν ανασηκωθεί ολίγον, και πάλιν έκυψε βαθύτερον ή πριν. Το στόμιον του πηγαδιού τετράγωνον ήτο φραγμένον με σανίδας ανίσου πλάτους ώστε αι πλευραί δεν είχον το αυτό ύψος. Η μικρά σανίς, εφ’ ης έκυπτεν η Μενούλα, ήτο χαμηλοτέρα των άλλων τριών, φθαρμένη, ολισθηρά, φαγωμένη από την προστριβήν του σχοινιού του κουβά, δι’ ου ήντλουν ύδωρ, με σκουργιασμένα καρφία, σαπρά και κινουμένη. Καθώς έσκυψεν η παιδίσκη, εστηρίχθη όλη, με το βάρος του σώματος επί της αριστεράς χειρός, επάνω εις αυτήν την σανίδα, εγλίστρησεν, η σανίς ενέδωκεν, εξεκόλλησεν από την μίαν άκραν, και η Ξενούλα έπεσε κατακέφαλα μέσα εις το χάσκον στόμα του φρέατος. Ηκούσθη πνιγμένη κραυγή, κτύπος, και είτα μέγας πλαταγισμός εις το ύδωρ.
Ο θίασος, αποτελούμενος από τους Αναγνωστόπουλο Βασίλη, Αποστόλου Μελίνα, Γαβριηλίδη Αρσένιο, Γεωργακοπούλου Τόνια, Γρηγοράκη Στέλλα, Θεοδωροπούλου Σέβη, Καράμπελα Μυρτώ, Κλείδωνα Αλίκη, Κωτσίου Αναστασία, Μπογιατζή Χριστίνα, Νικητοπούλου Δάφνη, Παπανδρέου Θεοδώρα, Πλάντζου Κατερίνα και Ψαρρή Νάσια, προσεγγίζει την τέχνη του θεάτρου με βαθύ σεβασμό και αφοσίωση. Δεν αντιμετωπίζουν τη σκηνή ως έναν απλό χώρο παρουσίασης, αλλά ως έναν ζωντανό τόπο συνάντησης ψυχών, όπου κάθε λέξη, κάθε σιωπή και κάθε βλέμμα έχει σημασία. Ο λόγος τους είναι καθαρός και ζωντανός, οι κινήσεις τους μελετημένες αλλά φυσικές, και οι εκφράσεις τους γεμάτες συναίσθημα και μέτρο. Δεν υπερβάλλουν, δεν κρύβονται· αφήνονται στην ιστορία και επιτρέπουν στο κοινό να τη βιώσει μαζί τους. Με τον τρόπο που αρθρώνουν τις λέξεις, που κινούνται στον χώρο και που ανταλλάσσουν βλέμματα, δημιουργούν εικόνες τόσο παραστατικές ώστε ο θεατής δεν ακούει απλώς μια αφήγηση — τη βλέπει να ξεδιπλώνεται μπροστά του. Οι σκηνές αποκτούν βάθος και ρυθμό, σαν πλάνα κινηματογραφικής ταινίας που εναλλάσσονται με φυσικότητα. Η φαντασία ενεργοποιείται, οι λέξεις μετατρέπονται σε εικόνες και οι εικόνες σε συναισθήματα.
Πρόκειται για μία παράστασή που δεν περιορίζεται σε μια θεατρική εμπειρία· μετατρέπεται σε ένα ζωντανό ταξίδι, όπου το κοινό έχει την αίσθηση ότι παρακολουθεί μια ταινία στον κινηματογράφο — μόνο που εδώ η μαγεία συμβαίνει μπροστά στα μάτια του, σε πραγματικό χρόνο.
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ: ΕΔΩ
Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Ερμηνεύουν με αλφαβητική σειρά οι: Αναγνωστόπουλος Βασίλης Αποστόλου Μελίνα, Γαβριηλίδης Αρσένιος, Γεωργακοπούλου Τόνια, Γρηγοράκη Στέλλα, Θεοδωροπούλου Σέβη, Καράμπελα Μυρτώ, Κλείδωνα Αλίκη, Κωτσίου Αναστασία, Μπογιατζή Χριστίνα, Νικητοπούλου Δάφνη, Παπανδρέου Θεοδώρα, Πλάντζου Κατερίνα, Ψαρρή Νάσια
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗΣ: Θοδωρής Αμπαζής
ΣΚΗΝΙΚΑ-ΚΟΥΣΤΟΥΜΙΑ: Ομάδα Φάος
ΓΡΑΦΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Δήμητρα Καράμπελα
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ- TRAILER: Νίκος Πεκιαρίδης
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: Χρυσή Τομή Φ ΑΜΚΕ
ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ: Νατάσα Παππά
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ-SOCIAL MEDIA: Κατερίνα Γεωργοπούλου







![Ζωή Τηγανούρια: Χαρτογραφώντας το αύριο! Όλα όσα ετοιμάζει! [Συνέντευξη]](https://allaboutarts.gr/wp-content/uploads/2026/05/zoi_tiganouria_allaboutartsgr-1-120x86.jpg)




