
«ΛΑΒ LUV»: Κριτική Παράστασης
Παρακολουθήσαμε την παράσταση «ΛΑΒ LUV» στο Θέατρο Μικρό Παλλάς και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας μέσα από αυτήν την ανασκόπηση.
✒️ Γράφει: Ιωάννης Αρμυριώτης
Η βραβευμένη κωμωδία του Μάρεϊ Σίσγκαλ, «ΛΑΒ» (Luv), ζωντανεύει στη σκηνή του Μικρού Παλλάς κάθε Δευτέρα και Τρίτη, υπό τη σκηνοθετική ματιά του Ευδόκιμου Τσολακίδη. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους συναντάμε τον Ηλία Βαλάση, την Ελισάβετ Μουτάφη και τον Γιώργο Πυρπασόπουλο, οι οποίοι δίνουν ζωή σε ένα εκρηκτικό ερωτικό τρίγωνο, γεμάτο ανατροπές, πάθος και καυστικό χιούμορ.
Το έργο σατιρίζει με ευφυή τρόπο την ελιτίστικη διανόηση, καυτηριάζει τον εγωκεντρισμό που συχνά χαρακτηρίζει την κουλτούρα μας και αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές της ανθρώπινης μοναξιάς και της υπαρξιακής αγωνίας. Με έναν συνδυασμό αιχμηρής ειρωνείας και γνήσιας συγκίνησης, η παράσταση υπόσχεται να χαρίσει άφθονο γέλιο, προσφέροντας ταυτόχρονα μια βαθύτερη ματιά στις αντιφάσεις των ανθρώπινων σχέσεων.
Οι ήρωες της παράστασης κινούνται σε ένα διαρκές συναισθηματικό εκκρεμές, από την απελπισία στον ενθουσιασμό, από τη λαχτάρα για αγάπη στην απόλυτη απογοήτευση. Στην προσπάθειά τους να βρουν την αληθινή τους ταυτότητα και να κατακτήσουν την πολυπόθητη ευτυχία, φλερτάρουν άλλοτε με τη μελαγχολία και άλλοτε με τον απόλυτο παραλογισμό. Το έργο ξετυλίγει με μαεστρία την κωμική πλευρά που κρύβεται ακόμα και στις πιο σκοτεινές μας στιγμές, υπενθυμίζοντάς μας πως, τελικά, η ζωή είναι μια διαρκής εναλλαγή δράματος και κωμωδίας.
«ΛΑΒ LUV»: Στη γέφυρα των αποτυχιών και της αγάπης
Η ιστορία ξεδιπλώνεται γύρω από δύο πρώην συμφοιτητές, που συναντιούνται τυχαία σε μια γέφυρα. Ο πρώτος ήρωας, ο Milt, που ερμηνεύεται από τον Ηλία Βαλάση, είναι ένας αποτυχημένος και απελπισμένος άντρας. Χάνει κάθε ελπίδα για τη ζωή και αναζητά έναν λόγο να συνεχίσει να ζει. Η επιθυμία του για ζωή σβήνει σταδιακά, και η σκέψη του να βάλει τέλος στη ζωή του γίνεται ολοένα και πιο έντονη. Αναζητά μια νέα φιλοσοφία ζωής, ένα νόημα για να συνεχίσει, αλλά όλα μοιάζουν μάταια.
Από την άλλη πλευρά, ο παλιός συμφοιτητής του Harry Berlin, υποδυόμενος από τον Γιώργο Πυρπασόπουλο, είναι το αντίθετο. Είναι επιτυχημένος, παντρεμένος, με χρήματα και ταξίδια, και ζει τη ζωή του με πολυτέλεια. Έχει ακριβά αρώματα, εσώρουχα, και επιδεικνύει τη ζωή του με υπερηφάνεια, προσπαθώντας να πείσει τον πρώην φίλο του ότι έγινε «κάποιος». Έχει μια όμορφη γυναίκα, την οποία όμως φαίνεται να μην εκτιμά, καθώς και μια παράλληλη σχέση, που είναι ακόμα πιο όμορφη και εντυπωσιακή.
Το σκηνικό της συνάντησης των δύο πρώην φίλων εξελίσσεται σε έναν ανούσιο διαγωνισμό για το ποιος έχει την πιο αποτυχημένη ζωή. Ενώ ο ένας προσπαθεί να βρει έναν λόγο για να ζήσει, ο άλλος φαντάζει να έχει τα πάντα και να επιδεικνύει τη ζωή του με καμάρι. Αν και φαίνεται να ζουν σε εντελώς διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα, οι δύο άντρες προσπαθούν να αποδείξουν ποιος έχει υποφέρει περισσότερο και ποιος έχει καταφέρει λιγότερα.
Η ιστορία αποκτά μεγαλύτερη ένταση όταν εισέρχεται στο παιχνίδι μια γυναίκα, η Ellen που ερμηνεύει η Ελισάβετ Μουτάφη, που υποδύεται έναν χαρακτήρα γεμάτο γοητεία και λάμψη. Αυτή η γυναίκα, όμως, αντιμετωπίζει τα δικά της εσωτερικά προβλήματα. Δεν έχει πια ερωτική ζωή με τον άντρα της, νιώθει ότι οι άντρες γύρω της υποκρίνονται και ψεύδονται. Η σκέψη της να ξαναρχίσει από την αρχή την ερωτική της ζωή φαίνεται αδύνατη και απογοητευμένη αποφασίζει πως ίσως είναι καλύτερο να βάλει τέλος στη ζωή της.
«Όπου δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, δεν υπάρχει πια αγάπη…» – Ellen
Μια συνάντηση με τον παλιό συμφοιτητή του συζύγου της πυροδοτεί μια νέα συζήτηση, με ακόμα πιο ανούσιους ανταγωνισμούς για το ποιος είχε την πιο δύσκολη παιδική ζωή και ποιος είναι πιο δυστυχισμένος. Αυτή τη φορά όμως με τη γυναίκα αυτή… και εκεί, μέσα από την αβεβαιότητα, γεννιέται μια σπίθα… ο λόγος για να πεις “Σ’ αγαπώ”!
Αυτός ο συνδυασμός των τριών χαρακτήρων δημιουργεί μια διαρκή ένταση και αναζήτηση για τον λόγο της ζωής, για την ευτυχία και την αγάπη. Κάπου στο βάθος αυτής της αναζήτησης, αρχίζει να γεννιέται μια σπίθα: η ανάγκη για αληθινή αγάπη, για σύνδεση με τον άλλον.
Στην επόμενη πράξη, η γυναίκα και ο πρώην, πλέον, άντρας της συναντιούνται ξανά, και τώρα ο διαγωνισμός τους είναι για το ποιος περνά καλύτερα στη σχέση του. Ποιος γελάει περισσότερο, ποιος περνά πιο ευχάριστα το χρόνο του. Η γυναίκα ήθελε περισσότερη ερωτική ζωή με τον άντρα της, ενώ αυτός είχε μια σύντροφο πιο όμορφη και εντυπωσιακή από τη γυναίκα του. Όμως, τώρα και οι δύο αρχίζουν να επιθυμούν κάτι διαφορετικό: έναν σύντροφο για τη ζωή, για οικογένεια, για συμβίωση. Θέλουν να επιστρέψουν στην αρχική τους κατάσταση, αλλά τώρα τίθεται το ερώτημα για το τι πραγματικά θέλουν από τη ζωή και τις σχέσεις τους. Και ο πρώην συμμαθητής του και νυν σύζυγος της; τι θα απογίνει;
Σε αυτήν την αναζήτηση, το ερώτημα παραμένει: πόσο εύκολα λέμε “σ’ αγαπώ”; Το εννοούμε όταν το λέμε, ή είναι μια απλή συνήθεια; Και πόσο καιρό μπορεί να κρατήσει αυτό το συναίσθημα; Κυνηγάμε τη μαγεία της αγάπης, και όταν την αποκτάμε τελικά, γιατί χάνεται; Πως χάνεται; Και όταν την χάσουμε, γιατί αναζητούμε κάτι άλλο ή κάποιον άλλον; Μπορούμε ποτέ να νιώσουμε πραγματικά ευτυχισμένοι με έναν άνθρωπο;
Το ερώτημα που μένει είναι αν επιλέγουμε να μείνουμε με έναν σύντροφο από αγάπη ή από φόβο μήπως μείνουμε μόνοι. Κυνηγάμε την αγάπη ή τη συντροφιά για να ξεφύγουμε από τη μοναξιά;
Πόσο εύκολα εμπιστευόμαστε έναν σύντροφο; Και πόσο εύκολα εμπιστευόμαστε έναν πρώην σύντροφο; Γιατί η αγάπη, παρά την απλότητά της, μοιάζει τόσο δύσκολη; Γιατί η επικοινωνία με τον σύντροφό μας γίνεται μια συνεχής πρόκληση;
Συχνά, αναζητούμε το πιο όμορφο, το καινούριο, το άγνωστο, το απαγορευμένο, ξεχνώντας ότι κάποτε ο τωρινός μας σύντροφος ήταν αυτό το “όμορφο”, το “καινούριο”, το “άγνωστο”. Κάποτε ήταν το αντικείμενο του πόθου μας, η πηγή της επιθυμίας μας. Αλλά τώρα, η γοητεία του έχει ξεθωριάσει και η σχέση μοιάζει να έχει χάσει τη μαγεία της.
Η αναζήτηση για κάτι καινούριο συχνά μας κάνει να παραβλέπουμε την αξία του ήδη υπάρχοντος, και έτσι, η αγάπη και η συντροφικότητα μοιάζουν να γλιστρούν από τα χέρια μας, σαν κάτι που δεν μπορούμε να κρατήσουμε πια.
«Δεν είμαι υπέροχος Έλεν, είμαι νεκρός. Νεκρός για όλους και δεν μπορώ να κάνω κάτι για αυτό…» – Milt
Εν κατακλείδι, η παράσταση διαπρέπει με την απλότητα του σκηνικού της, το οποίο, αν και λιτό, αναδεικνύει πλήρως την ένταση των συναισθημάτων και την ψυχολογική ένταση των χαρακτήρων. Λειτουργεί ως το ιδανικό φόντο για να αναδειχτούν οι εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών. Κάθε λέξη, κάθε κίνηση, κάθε σιωπή είναι φορτισμένη με συναισθηματική ένταση, κάτι που κρατά τον θεατή σε εγρήγορση καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Οι ερμηνείες δεν είναι απλώς καλές – είναι εξαιρετικές, καθώς οι ηθοποιοί καταφέρνουν να δώσουν βάθος και ουσία στους χαρακτήρες τους, κάνοντάς τους να ζωντανεύουν και να αγγίζουν την ψυχή του θεατή.
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ: ΕΔΩ
Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«ΛΑΒ» (Luv) του Μάρεϊ Σίσγκαλ
Μετάφραση: Έλενα Λαναρά
Σκηνοθεσία – Μουσική επιμέλεια: Ευδόκιμος Τσολακίδης
Σκηνογραφία-Κοστούμια: Χαρά Κονταξάκη
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Βοηθός σκηνοθέτη: Έλενα Λαναρά
Διεύθυνση Επικοινωνίας: Ελίνα Λαζαρίδου
Τμήμα Επικοινωνίας: Ειρήνη Τσίκα
Social Media: Μαργαρίτα Μαρμαρά
Παραγωγή: Αθηναϊκά Θέατρα
Παίζουν με αλφαβητική σειρά: Ηλίας Βαλάσης, Ελισάβετ Μουτάφη, Γιώργος Πυρπασόπουλος











