
«Μόνο Σπίτι, Κρεβάτι και Εκκλησία»: Κριτική Παράστασης
✒️Γράφει: Σωτήρης Σουλούκος
Φωτογραφίες ©: Ιωάννης Αρμυριώτης
Παρακολουθήσαμε την παράσταση «Μόνο Σπίτι, Κρεβάτι και Εκκλησία» στο Θέατρο Μικρός Κεραμεικός και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.



Στην παράσταση παρουσιάζεται ο εμβληματικός μονόλογος που γράφτηκε το 1977 από τον Ντάριο Φο και τη Φράνκα Ράμε. Μια γυναίκα ζωηρή, σπιρτόζα και αφοπλιστικά ειλικρινής αφηγείται την καθημερινότητά της μέσα στο «βασίλειο» του σπιτιού, ξετυλίγοντας με καταιγιστικό χιούμορ τη σχέση της με τον σύζυγο, τον γιο, τον εραστή και —αναπόφευκτα— τον κουνιάδο. Μέσα από την αφήγησή της, η ηρωίδα αποκαλύπτει τη ζωή της ως μάνα, σύζυγος, ερωμένη και νοικοκυρά. Μια ζωή γεμάτη αντιφάσεις, καταπιεσμένες επιθυμίες και μικρές καθημερινές μάχες, που μετατρέπονται σε γοητευτική, κωμική αλλά και βαθιά συγκινητική ιστορία.
Έτσι που λέτε! Σε όποιο δωμάτιο, λοιπόν, εγώ να μπω κυρία μου να κάνω δουλειά έχω παρέα, μουσική! Εσείς; Εσείς έχετε παρέα;
«Μόνο Σπίτι, Κρεβάτι και Εκκλησία»: Mια παράσταση για την γυναίκα!
Μια γυναίκα μόνη στο βασίλειό της: το σπίτι. Έναν χώρο που υποτίθεται πως είναι καταφύγιο, μα εδώ μετατρέπεται σε κλειστό κύκλωμα εγκλωβισμού. Το σκηνικό, όσο κι αν μοιάζει καθημερινό και οικείο, κρύβει τη φθορά και την αργή καταστροφή των πραγμάτων. Χαρτόκουτες διαμορφωμένες σε αντικείμενα για να δηλώσουν χρόνο, αντοχές, μνήμες. Σαν να έχουν χάσει τη χρηστικότητά τους και να έχουν αποκτήσει μια άλλη, σκοτεινή αποστολή: να θυμίζουν διαρκώς όσα επιβλήθηκαν, όσα σώπασαν, όσα άντεξαν.
Η ηρωίδα είναι εκεί. Παρούσα και ταυτόχρονα ένα φάντασμα. Ζει και δεν ζει. Στέκεται ανάμεσα στην επιβίωση και στην παραίτηση. Μιλάει με τον εαυτό της; Μιλάει με κάποιον που δεν υπάρχει πια — ή που ίσως δεν υπήρξε ποτέ; Μιλάει με την γειτόνισσα; Ο λόγος της γίνεται ρωγμή, μονόλογος και διάλογος μαζί. Το μυαλό της θολωμένο από υποχρεώσεις που δεν τελειώνουν ποτέ, από αναμνήσεις που επιμένουν να επιστρέφουν, από ένα παρελθόν γεμάτο «έπρεπε» και «αν». Όσα έζησε βαραίνουν. Όσα δεν πρόλαβε να ζήσει πονάνε εξίσου.
Τι μου είπατε; Την αστυνομία; Άντε καλέ! Άμα φωνάξω, κυρία μου, την αστυνομία να έρθει, το πρώτο που θα με ρωτήσει είναι «Τι φοράγατε κυρία μου την ώρα που σιδερώνατε;» μέσα στο ίδιο μου το σπίτι! Και μετά θα με ρωτήσει «Α, κυρία μου, μήπως χορεύατε τίποτα εξωτικούς χορούς και έτσι διεγείρατε τον απέναντι;» μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, κυρία μου. Δεν βρίσκεις άκρη! Δεν βρίσκεις!
Η φράση «Μόνο σπίτι, στο κρεβάτι και στην εκκλησία» δεν λειτουργεί απλώς ως τίτλος· είναι μια συμπυκνωμένη ιδεολογία. Ένα τρίπτυχο ρόλων που για δεκαετίες —και σε μεγάλο βαθμό ακόμη— όρισε τη γυναικεία ύπαρξη με απόλυτους όρους. Το σπίτι ως χώρος εργασίας χωρίς ωράριο και χωρίς αναγνώριση. Το κρεβάτι ως υποχρέωση, ως καθήκον ικανοποίησης, όπου το σώμα της γυναίκας δεν της ανήκει πλήρως. Και η εκκλησία ως χώρος σιωπής και ενοχής, όπου η γυναίκα καλείται να προσεύχεται για τη σωτηρία όλων, εκτός από τη δική της.
Σε αυτό το σχήμα, η γυναίκα δεν υπάρχει ως αυτόνομο υποκείμενο. Υπάρχει ως λειτουργία. Ως εργαλείο φροντίδας, ως αντικείμενο επιθυμίας, ως φορέας ηθικής τάξης. Η προσωπική της επιθυμία, η κούραση, η οργή, η απόγνωση δεν έχουν θέση. Όταν μιλά, μιλά «πολύ». Όταν διαμαρτύρεται, «υπερβάλλει». Όταν σιωπά, θεωρείται δεδομένη.
Ορίστε; Αν ο άντρας μου με χτυπάει; Α όχι, όχι! Δεν! Εντάξει μερικές φορές μόνο για το καλό μου! Ναι! Γιατί ξέρετε κατά τα άλλα και τότε, όταν το κάνει, πονάει πιο πολύ αυτός μου έχει πει! Με αγαπάει πάρα πολύ! Πάρα πολύ! Τι να σας πω καμιά φορά τώρα! Αλλά με λατρεύει. Ό,τι θέλω μου το παίρνει! Ό,τι θέλω! Ό,τι θέλω! Πολύ με αγαπάει! Πολύ με λατρεύει ο σύζυγος μου, όταν είναι για το καλό μου. Μόνο για το καλό μου το κάνει. Μόνο για το καλό μου. Ο σύζυγος μου…
Το έργο φωτίζει ακριβώς αυτή τη συνθήκη: μια γυναίκα που έχει τα «πάντα» — συσκευές, στέγη, οικογένεια — και παρ’ όλα αυτά ασφυκτιά. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη υλικών αγαθών, αλλά η απουσία ελευθερίας. Το σπίτι γίνεται φυλακή, το κρεβάτι πεδίο επιβολής, η εκκλησία μηχανισμός εσωτερίκευσης της ενοχής. Κι όμως, όλα αυτά παρουσιάζονται μέσα από το φίλτρο της κωμωδίας. Όχι για να ελαφρύνουν, αλλά για να αποκαλυφθούν.
Αλλά ξέρετε, όταν το κάνει για το καλό μου μετά του έρχεται… αλλά δεν με ρωτάει αν εγώ έχω όρεξη εκείνη την ώρα μετά από αυτήν την ένταση. Αν εγώ θέλω να… όχι δεν με ρωτάει! Δεν με ρωτάει! Από την άλλη μεριά, να είμαστε δίκαιοι, το σωστό είναι οτι η σωστή σύζυγος πρέπει να είναι έτοιμη! Πάντα! Στην στιγμή! Πλυμένη, αρωματισμένη, ζεστή, καυτή, ποθητή, μουγκή…
Το έργο-ορόσημο των Φο–Ράμε, με τη γνώριμη αιχμηρή του ειρωνεία, φωτίζει τη γυναικεία εμπειρία όχι με κραυγές, αλλά με ακρίβεια. Η κωμωδία εδώ δεν χαϊδεύει — πονά. Η βία δεν παρουσιάζεται ως έκρηξη, αλλά ως καθημερινή συνθήκη. Σωματική, ψυχολογική, κοινωνική. Υπονοείται, επανέρχεται, επαναλαμβάνεται μέχρι να γίνει κανονικότητα. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στο γέλιο που ξεφεύγει αμήχανα και στο σφίξιμο στο στομάχι, γεννιέται το πιο επικίνδυνο ερώτημα: πόσο πόνο κουβαλά ένας άνθρωπος για να φτάσει να σκεφτεί το τέλος; Το έργο δεν δίνει απαντήσεις. Δεν προσφέρει λύτρωση. Απαιτεί να σταθείς, να αντέξεις και να ακούσεις.
Μην με λες χαζή!
Η Νικολέττα Βλαβιανού δίνει μια ερμηνεία που δεν ζητά επιβεβαίωση. Από την πρώτη στιγμή χορεύει και προκαλεί γέλιο — όχι για να εντυπωσιάσει, αλλά για να δηλώσει ότι η ηρωίδα που υποδύεται υπάρχει. Το σώμα της μιλά πριν από τα λόγια: επίμονα ζωντανό, αλλά κουρασμένο· εύθραυστο και ταυτόχρονα ανθεκτικό. Κινείται με άνεση μέσα στον χώρο, αλλάζει ρυθμούς, παγώνει απότομα, εκρήγνυται απρόβλεπτα. Δεν αφήνει το βλέμμα σου να ξεφύγει. Σε κρατά εκεί, μάρτυρα. Η ισορροπία που πετυχαίνει ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό είναι λεπτή και ακριβής. Χωρίς μελοδραματισμούς, χωρίς υπερβολές, κερδίζει την αλήθεια της στιγμής — κι αυτή είναι που πονά περισσότερο.
«Όχι δεν θα σε χωρίσω! Θα σε τιμωρήσω! Θα μείνει κλεισμένη για πάντα εδώ μέσα!» Καταλάβατε κυρία μου; Για αυτό σας λέω! Θέλω να πάρω λίγο αέρα, δύο μήνες κλεισμένη εδώ μέσα! […] Έχει πάρει όλα τα κλειδιά! Ανοίξτε μου! Ανοίξτε μου! Με κρατάει παράνομα, κύρια, εδώ μέσα. Παρά τη θέληση μου. Τι να κάνω; Τι είπατε; Αστυνομία; Να φωνάξω αστυνομία…;
Το κείμενο διατηρεί ακέραιο τον κοινωνικό του αντίκτυπο. Παρά τα χρόνια που έχουν περάσει, μοιάζει γραμμένο για το τώρα. Οι ρόλοι που επιβάλλονται, οι σιωπές που απαιτούνται, η «κανονικότητα» που στραγγίζει ανθρώπους και συνειδήσεις παραμένουν οδυνηρά οικείες. Το γέλιο λειτουργεί ως άμυνα, αλλά και ως πράξη αντίστασης. Γελάς — και την ίδια στιγμή αναγνωρίζεις. Και αυτή η αναγνώριση είναι που σε φέρνει αντιμέτωπο με τον εαυτό σου.
Το «Μόνο Σπίτι, Κρεβάτι και Εκκλησία» δεν είναι απλώς μια παράσταση. Είναι μια κατάθεση ψυχής. Μια υπενθύμιση ότι το θέατρο, όταν τολμά να κοιτάξει κατάματα την ανθρώπινη φθορά, μπορεί ακόμη να ταράζει και να αφυπνίζει. Να μιλά για τα αόρατα τραύματα χωρίς διδακτισμό, χωρίς εύκολες απαντήσεις. Ένα έργο που αντέχει στον χρόνο, γιατί —δυστυχώς— συνεχίζουμε να το χρειαζόμαστε.
Καλή χρονιά και να προσέχετε τους συντρόφους σας! – Νικολέττα Βλαβιανού
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ: ΕΔΩ
Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.



ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Ντάριο Φο / Φράνκα Ράμε
Μετάφραση: Αχιλλέας Καλαμάρας
Αποδοση και δραματουργικη Επεξεργασια: Νικολετα Βλαβιανου
Ερμηνεία: Νικολέτα Βλαβιανού
Σκηνοθεσία: Νικολέτα Βλαβιανού και Μόνικα Κολολοκοτρώνη
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαργαρίτα Τρίφτη
Εικαστική Επιμέλεια / Σκηνικά: Βασίλης Θέος
Δημόσιες Σχεσεις και Επικοινωνία: Νταίζη Λεμπέση
Social Media: Ελένη Βαζέκα
Φωτογράφιση, Σχεδιασμός Φωτισμών: Χριστινα Φυλακτοπουλου
Ενδυματολογία: Δάφνη Τσακώτα
Κίνηση Μόνικα Κολοκοτρώνη
Γραφιστική Επιμέλεια: Δανάη Παππά
Μουσική Επιμέλεια: Βασίλης Κωνσταντουλάκης
Τρέιλερ Παράστασης: Δημήτρης Παπαδόπουλος
Μακιγιάζ φωτογράφισης: Βασίλης Θέος
Βοηθός Σκηνής: Ιπποκράτης Κτιστάκης












