
«Ο σκύλος που έκλαιγε βουβά τις νύχτες»: Κριτική Παράστασης
✒️Γράφει: Dr. Σωτήρης Σουλούκος
Παρακολουθήσαμε την παράσταση «Ο σκύλος που έκλαιγε βουβά τις νύχτες» στο Θέατρο AUDITORIUM και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.


Είναι πολύ άδικο να γερνάς! – Γιαγιά (Μαρία Κατσανδρή)
Τι έχει η ηλικία σου; – Εγγονή (Ιφιγένεια Καραμήτρου)
Τίποτα! Δυστυχώς δεν έχει τίποτα! – Γιαγιά
Μακάρι να είχαν όλοι την ζωντάνια σου! – Εγγονή
«Ο σκύλος που έκλαιγε βουβά τις νύχτες»: Όσα κρύβει η μνήμη. Μια βαθιά ανθρώπινη παράσταση για τη σιωπή και το τραύμα!
Μια γιαγιά και μια εγγονή. Δύο γενιές που συναντιούνται επί σκηνής, κουβαλώντας μνήμες, σιωπές και αλήθειες που άργησαν να ειπωθούν. Και μία μητέρα η οποία όμως δεν εμφανίζεται ποτέ. «Ο σκύλος που έκλαιγε βουβά τις νύχτες» είναι μια παράσταση που ακουμπά σε όσα συμβαίνουν μέσα σε μια οικογένεια — σε όσα λέγονται, αλλά κυρίως σε όσα μένουν κρυμμένα.
Η γιαγιά δεν είναι μια συνηθισμένη φιγούρα. Είναι μια γυναίκα που, έστω και αργά, διεκδίκησε τη ζωή που δεν έζησε. Με φιλελεύθερη σκέψη και μια νεανική διάθεση, μοιάζει να αναμετριέται με το παρελθόν της — με τα όνειρα που εγκατέλειψε όταν παντρεύτηκε, με τις επιλογές που της επέβαλαν η κοινωνία και η οικογένεια. Στο κέντρο της αφήγησης υπάρχει ένα μυστικό: η απουσία της κόρης της και η σκιά ενός βίαιου άντρα, που αποκαλύπτεται σταδιακά μέσα από θραύσματα μνήμης.
Ξέφυγα λέω! – Γιαγιά
Γιατί είσαι θεοπάλαβη! – Εγγονή
Δεν ήμουν! Έγινα! Αν έμενα για πάντα εκείνο το φοβισμένο κοριτσάκι θα με έτρωγε ο λύκος! – Γιαγιά
Δυσκολεύομαι να σε φανταστώ φοβισμένο κοριτσάκι! – Εγγονή
Η παράσταση κινείται ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, με τη μνήμη να έρχεται και να φεύγει, φέρνοντας μαζί της πρόσωπα, στιγμές και «φαντάσματα». Η έμφυλη βία και η σιωπή που τη συνοδεύει διατρέχουν το έργο, χωρίς κραυγές, αλλά με μια υπόγεια ένταση που κορυφώνεται όσο προχωρά η αφήγηση. Και κάπου εκεί, η εικόνα του σκύλου που «έκλαιγε βουβά τις νύχτες» λειτουργεί σαν σύμβολο — για όλα όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ, για όλα όσα κάποιοι ένιωσαν χωρίς να μπορέσουν να τα μοιραστούν.
Το κείμενο του Θέμη Μουμουλίδη είναι έξυπνο και ουσιαστικό, φωτίζοντας πλευρές της καθημερινότητας που συχνά αποσιωπώνται. Με χιούμορ οικείο, σχεδόν αναγνωρίσιμο, ισορροπεί ανάμεσα στο τρυφερό και το σκληρό, επιτρέποντας στον θεατή να ταυτιστεί πριν τον φέρει αντιμέτωπο με πιο δύσκολες αλήθειες.
«Σαν κοριτσάκι» Μεγάλη αδικία αυτό το «σαν». Από μια ηλικία και ύστερα όλα είναι «σαν». «Σαν κοριτσάκι»! «Σαν έφηβη»! «Σαν τότε που…». Τι κρίμα που τίποτα και κανείς δεν καταφέρνει να επιστρέψει σε εκείνο το λησμονημένο κάποτε. Όπου ακόμα και το «σαν» επιδεχόταν κάποιων βελτιώσεων.– Γιαγιά
Η σκηνοθεσία του ίδιου του συγγραφέα αξιοποιεί πλήρως τον σκηνικό χώρο, δημιουργώντας μια αίσθηση διαρκούς κίνησης ανάμεσα σε χρόνους και καταστάσεις. Το σκηνικό, με τις κούκλες ντυμένες σαν ηρωίδες του Σαίξπηρ, προσθέτει μια ιδιαίτερη, σχεδόν ποιητική διάσταση: στέκονται σαν σιωπηλοί μάρτυρες, αλλά και σαν «σύμμαχοι» της γιαγιάς στις πιο δύσκολες στιγμές της.
Τα κοστούμια της Παναγιωτάς Κοκκόρου είναι σύγχρονα και διακριτικά, ενώ οι μουσικές της Αλεξάνδρα Μικρούτσικου υποστηρίζουν την ατμόσφαιρα χωρίς να επιβάλλονται. Η κίνηση του Ηλία Χατζηγεωργίου λειτουργεί συμπληρωματικά, δίνοντας ρυθμό και συνοχή.
Αλήθεια υπάρχει κάτι που να φοβάσαι; – Εγγονή
Πάνε χρόνια που τελείωσα με τους φόβους μου! – Γιαγιά
Δεν είναι κακό να φοβάσαι! – Εγγονή
Ποτέ μου δεν φοβήθηκα! – Γιαγιά
Η Μαρία Κατσανδρή δίνει μια ερμηνεία βαθιά ανθρώπινη, χτίζοντας μια γιαγιά γεμάτη αντιφάσεις. Δεν την παρουσιάζει ούτε ως αδύναμη ούτε ως ηρωική φιγούρα· αντίθετα, την αφήνει να κινηθεί ανάμεσα στην ευθραυστότητα και τη δύναμη, στο τραύμα και τη φωτεινότητα. Είναι μια γυναίκα πληγωμένη, που κουβαλά το βάρος των επιλογών και των σιωπών της, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί μια ζωντάνια και μια ανάγκη για ζωή που συγκινεί. Η ερμηνεία της δεν βασίζεται σε εξάρσεις, αλλά σε μικρές, ουσιαστικές μετατοπίσεις, που αποκαλύπτουν σταδιακά το εσωτερικό της τοπίο.
Όλα φθείρονται πάνω μου. Η φθορά τρυπώνει ύπουλα παντού. Στο σώμα, στην ψυχή, στο μυαλό. Όπως σε ένα παλιό σπίτι δεν καταλαβαίνεις πότε η ύλη αρχίζει να φθείρεται. Οι τοίχοι πέφτουν. Τα χρώματα ξεθωριάζουν. Και όσο και αν το συντηρήσεις στο τέλος θα ερημώσει. Δεν θα έχει πια χαρά. Δεν θα έχει ζωή! – Γιαγιά
[…] Κοίτα! Τι όμορφα που τρυπώνει η άνοιξη εδώ μέσα! – Εγγονή
Αυτό το σπίτι είναι πολύ φωτεινό, όμως εγώ έχω πολύ σκοτάδι μέσα μου. – Γιαγιά
Η Ιφιγένεια Καραμήτρου, στον ρόλο της εγγονής, φέρνει μια διαφορετική ενέργεια στη σκηνή. Άμεση, ζωντανή και επικοινωνιακή, δημιουργεί έναν χαρακτήρα που λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Η παρουσία της είναι αυθόρμητη, χωρίς επιτήδευση, και επιτρέπει στον θεατή να συνδεθεί μαζί της σχεδόν αβίαστα. Ταυτόχρονα, αποτυπώνει με ευαισθησία την ανάγκη της να κατανοήσει όσα έχουν συμβεί: είναι πρόθυμη να ψάξει, να θέσει ερωτήματα, να αμφισβητήσει, αλλά και να σταθεί δίπλα στη γιαγιά της με τρυφερότητα και υπομονή. Μέσα από αυτή τη στάση, η σχέση των δύο γυναικών αποκτά ουσία και βάθος, μετατρέποντας την αναζήτηση της αλήθειας σε μια πράξη φροντίδας και σύνδεσης.
Πρόκειται για μια παράσταση που εξελίσσεται αργά, σχεδόν υπόγεια, μέχρι να αποκαλύψει το βάρος της. Μια ιστορία για τη βία, τη μνήμη και τη σιωπή — και για όλους εκείνους που «έκλαψαν βουβά» χωρίς να ακουστούν ποτέ.
Υπάρχει στην ζωή καθενός ένα μυστικό αθέατο παράθυρο. Αν καταφέρεις να το ανακαλύψεις μπορείς να αποδράσεις. Εκεί. Να συναντήσεις μια άλλη ζωή. Δίκαιη, φωτεινή αισιόδοξη! – Γιαγιά
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ: ΕΔΩ
Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Σκηνοθεσία | ΘΕΜΗΣ ΜΟΥΜΟΥΛΙΔΗΣ
Σκηνικό Κοστούμια | ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΚΟΚΚΟΡΟΥ
Μουσική | ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΥ
Επιμέλεια κίνησης | ΗΛΙΑΣ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ
Φωτισμοί | ΝΙΚΟΣ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ
Βοηθός Σκηνοθέτη | ΣΟΦΙΑ ΜΠΑΚΙΡΤΖΗ
Επικοινωνία | ΕΙΡΗΝΗ ΛΑΓΟΥΡΟΥ
Φωτογραφίες | ΕΛΙΝΑ ΓΙΟΥΝΑΝΛΗ
Δ/νση παραγωγής | ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΜΟΥΜΟΥΛΙΔΗΣ
Παραγωγή 5 η ΕΠΟΧΗ
Ερμηνεύουν: ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΑΝΔΡΗ | ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΚΑΡΑΜΗΤΡΟΥ











