
«Οι 12 Ένορκοι | 11ος χρόνος»: Κριτική Παράστασης
✒️Γράφει: Σωτήρης Σουλούκος & Ιωάννης Αρμυριώτης
Παρακολουθήσαμε την παράσταση «Οι 12 Ένορκοι» στο Θέατρο Αλκμήνη και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.
Κάθε ψηφοφορία των ενόρκων αποτελεί μια μάχη με μοναδικό όπλο την αλήθεια. Οι «Θυμωμένοι Άντρες» του Reginald Rose (12 Angry Men), σε μετάφραση και σκηνοθεσία Κωνσταντίνας Νικολαΐδη, συνεχίζουν για 11η χρονιά στο θέατρο Αλκμήνη τις sold-out παραστάσεις τους, μετατρέποντας τη σκηνή σε δικαστικό μέγαρο και τους θεατές αντιμέτωπους με τη συνείδησή τους. Η παράσταση έχει τιμηθεί με το Βραβείο Κοινού All4Fun και βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Μεταφραστών.
Ένας. Έχουμε έντεκα ψήφους για ένοχος και μια για αθώος! Λοιπόν, τώρα ξέρουμε που βρισκόμαστε! – Ένορκος (Nικόλας Καλιδώνης)
Υπόθεση παράστασης: Στη Νέα Υόρκη του 1957, δώδεκα ένορκοι καλούνται ομόφωνα να αποφασίσουν τη μοίρα ενός 16χρονου αλλοδαπού που κατηγορείται για πατροκτονία, με τη θανατική ποινή να καραδοκεί, αποκαλύπτοντας μέσα από σφοδρές συγκρούσεις τις κοινωνικές προκαταλήψεις και τα ψυχογραφήματά τους.
Ακούσατε τις ερμηνείες των μαρτύρων και την ερμηνεία του νόμου όπως ορίζεται! Ένας άνθρωπος είναι νεκρός. Ενός άλλου η ζωή διακυβεύεται. Είναι καθήκον σας, με ειλικρίνεια και συνέπεια, να διαχωρίσετε τα γεγονότα από τις ενδείξεις. Εάν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε πρέπει να φέρετε ετυμηγορία για αθώωση! Αν όμως δεν προκύψει αιτιολογημένη αμφιβολία τότε οφείλετε με καθαρή συνείδηση να κρίνετε τον κατηγορούμενο ένοχο. Ότι και αν αποφασίσετε η ετυμηγορία θα πρέπει να είμαι ομόφωνη. Στην περίπτωση που κρίνετε τον κατηγορούμενο ένοχο, η έδρα δεν θα προβεί σε απόδοση χάριτος. Η θανατική ποινή στην περίπτωση αυτή είναι υποχρεωτική! Είστε αντιμέτωποι με μια πολύ μεγάλη ευθύνη κύριοι… – Φωνή Δικαστή (Νένα Μεντή)
«Οι 12 Ένορκοι»: Όταν η αμφιβολία γίνεται ευθύνη. Μία νύχτα. Μία απόφαση. Μία ζωή.
Η παράσταση «12 Ένορκοι» ξεκινά από μια συνθήκη που μοιάζει σχεδόν προαποφασισμένη: ένα 16χρονο παιδί, παραμελημένο, κακοποιημένο, με δύσκολο παρελθόν και παραβατική συμπεριφορά, βρίσκεται κατηγορούμενο για φόνο. Η εικόνα του «αλήτη» μοιάζει να ταιριάζει επικίνδυνα στον ρόλο του δολοφόνου πατέρα του. Από την πρώτη στιγμή, σχεδόν όλοι είναι έτοιμοι να αποφασίσουν πως είναι ένοχος, όχι μόνο επειδή το υποδεικνύουν οι καταθέσεις, αλλά επειδή η κοινωνική του ταυτότητα το κάνει να φαίνεται αυτονόητο. Και εκεί ακριβώς αρχίζει το πραγματικό έργο: όχι στην αναζήτηση του ενόχου, αλλά στην αναμέτρηση με την ευκολία της καταδίκης.
Το ενδιαφέρον είναι ότι δεν παρακολουθούμε το δικαστήριο, ούτε βλέπουμε το έγκλημα. Όλα εκτυλίσσονται σε έναν κλειστό χώρο, στην αίθουσα των ενόρκων, εκεί όπου η δικαιοσύνη δεν μοιάζει με ιδέα, αλλά με βάρος. Δώδεκα άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, διαφορετικής ηλικίας, κοινωνικής τάξης, επαγγέλματος και καταγωγής, καλούνται να αποφασίσουν για τη ζωή ενός παιδιού. Δεν έχουν χρόνο να γνωριστούν, ούτε διάθεση να ακούσουν πραγματικά ο ένας τον άλλον. Θέλουν να τελειώνουν, να επιστρέψουν στη ζωή τους, σαν η απόφαση αυτή να είναι άλλη μία αγγαρεία μέσα στην καθημερινότητά τους. Η πόρτα κλείνει και ξαφνικά η αίθουσα γίνεται ένας μικρόκοσμος όπου η κοινωνία κρίνει, απορρίπτει, εκρήγνυται και τελικά απογυμνώνεται.
Ο σκηνικός χώρος λειτουργεί με ευφυΐα, γιατί δεν είναι απλώς «ρεαλιστικός». Είναι πιεστικός. Η ύπαρξη της τουαλέτας στα δεξιά, χωρίς πραγματική ιδιωτικότητα, και το παράθυρο στα αριστερά ως μοναδική ανάσα, χτίζουν ένα περιβάλλον όπου τίποτα δεν μπορεί να μείνει κρυφό. Όσο περνά η ώρα, ο χώρος μοιάζει να μικραίνει, σαν να συμπιέζεται από την ένταση, από τη ζέστη, από τις φωνές, από την ανάγκη των ενόρκων να ξεφορτωθούν την ευθύνη. Ο χρόνος κυλά και αντί να λυτρώνει, σφίγγει περισσότερο το σκοινί γύρω από όλους.
Αρχίσατε να μοιάζετε με γυναικούλες. Αρκετά ανέχτηκα! Το παιδί είναι ένοχο. Πρέπει να καεί! Θα μας γλιστρήσει μέσα από τα χέρια! – Ένορκος No3 (Τάσος Γιαννόπουλος)
Η εξέλιξη της ιστορίας πυροδοτείται από έναν μόνο ένορκο, τον άνθρωπο που δεν δέχεται να καταδικάσει χωρίς να είναι σίγουρος. Δεν κραυγάζει, δεν ηθικολογεί, δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει. Κάνει κάτι πιο δύσκολο: ζητά να ξαναδούν τα γεγονότα. Η στάση του γίνεται κινητήριος δύναμη, γιατί μεταφέρει τη διαδικασία από την «εύκολη απόφαση» στη δύσκολη σκέψη. Και από εκεί και πέρα, κάθε στοιχείο που θεωρούνταν δεδομένο αρχίζει να κλονίζεται. Οι καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων μπαίνουν υπό αμφισβήτηση, οι λεπτομέρειες δεν κουμπώνουν όπως φαίνονταν αρχικά, η αναπαράσταση της σκηνής του φόνου γεννά νέες εκδοχές και η «μοναδικότητα» του στιλέτου αποδομείται, καθώς γίνεται φανερό ότι το μέσο του εγκλήματος θα μπορούσε να ανήκει σε οποιονδήποτε. Άλλωστε, ο πατέρας του παιδιού έχει επιβαρυμένο ποινικό μητρώο και θα μπορούσε να έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με επικίνδυνους ανθρώπους.
Μέσα στην αίθουσα, οι ένορκοι δεν λειτουργούν μόνο ως χαρακτήρες. Λειτουργούν ως κοινωνικά αντανακλαστικά. Ο ρατσισμός και τα στερεότυπα εμφανίζονται ωμά, άλλοτε με φωνές και άλλοτε με υπαινιγμούς. Η φτώχεια του παιδιού και η καταγωγή του χρησιμοποιούνται σαν «απόδειξη» ενοχής. Η παραβατικότητά του αντιμετωπίζεται σαν κληρονομικό στίγμα, σαν κάτι που δεν αφήνει χώρο για αμφιβολία. Κάποιοι δεν χρειάζονται στοιχεία για να τον καταδικάσουν. Τους αρκεί που δεν τους μοιάζει. Η ενοχή, σε αυτό το σημείο, δεν είναι πια νομικό συμπέρασμα. Είναι κοινωνική προκατάληψη.
Καθώς η συζήτηση προχωρά, οι εντάσεις μεγαλώνουν και οι χαρακτήρες φτάνουν στα όριά τους. Η οργή και το μίσος πολλών ενόρκων βγαίνουν στην επιφάνεια, όχι μόνο απέναντι στον κατηγορούμενο, αλλά και μεταξύ τους. Η φράση «θα σε σκοτώσω» που ακούγεται από τον έναν στον άλλον λειτουργεί σαν καθρέφτης: μέσα σε μια αίθουσα όπου κρίνεται ένας φόνος, η βία αποδεικνύεται παρούσα και στους ίδιους τους κριτές. Και αυτό είναι ίσως το πιο αιχμηρό σχόλιο του έργου.
Είναι μόνο μία νύχτα! Ένα παιδί όμως μπορεί να πεθάνει! – Ένορκος No8 (Μάνος Ζαχαράκος)
«Οι 12 Ένορκοι»: Δώδεκα πρόσωπα, μία συνείδηση. Όταν η δικαιοσύνη δικάζει τις προκαταλήψεις της!
Οι ερμηνείες, σε ένα έργο που στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στον λόγο και στην ένταση της σκέψης, είναι καθοριστικές. Κάθε ένορκος χρειάζεται να έχει καθαρό στίγμα, χωρίς να γίνεται καρικατούρα. Χρειάζεται λεπτομέρεια, μέτρο, ρυθμό, σωστές παύσεις, βλέμματα που λένε όσα δεν λέγονται. Όταν αυτό πετυχαίνει, δημιουργείται πράγματι ένας ετερόκλητος όμιλος, ένα σύνολο που λειτουργεί σαν κοινωνική τομή. Η παράσταση δεν είναι ένα «έργο με 12 ρόλους». Είναι μια συνθήκη όπου 12 διαφορετικοί άνθρωποι αναγκάζονται να συνυπάρξουν και να αποκαλύψουν ποιοι είναι.
Ο Νικόλας Καλιδώνης, στον ρόλο του ενόρκου νούμερο 1, είναι εξαιρετικός, καθώς κρατά με διακριτικότητα αλλά ουσιαστικότητα τον ρυθμό και τον τόνο της διαδικασίας. Ως συντονιστής της ομάδας δεν επιδιώκει να πρωταγωνιστήσει, αλλά είναι συνεχώς εκεί για να επιβάλει την τάξη, να επαναφέρει τη συζήτηση στο θέμα και να βοηθήσει ώστε η διαδικασία να εξελιχθεί όσο γίνεται ομαλά. Η ερμηνεία του βασίζεται σε μια ήρεμη δύναμη, που γίνεται ακόμη πιο πολύτιμη όσο η αίθουσα βυθίζεται στο χάος.
Ο Γιάννης Φιλίππου, ως ένορκος νούμερο 2, φέρνει μια ποιότητα ενσυναίσθησης και ευγένειας υποδειγματική. Δεν είναι ο άνθρωπος που θα φωνάξει, ούτε εκείνος που θα συγκρουστεί βίαια. Είναι όμως μια σταθερή, ανθρώπινη παρουσία, που θυμίζει ότι το να ακούς χωρίς να απαξιώνεις είναι κι αυτό μορφή δικαιοσύνης. Η ευγένειά του λειτουργεί ως αντίβαρο στην επιθετικότητα που γεννιέται μέσα στην αίθουσα.
Ο Τάσος Γιαννόπουλος, στον ρόλο του ενόρκου νούμερο 3, είναι η προσωποποίηση της οργής. Οξύθυμος, θυμωμένος με τον κόσμο, έτοιμος να αρπαχτεί με όποιον δεν συμμερίζεται τις αντιλήψεις του, γίνεται η φωτιά που πυροδοτεί την έκρηξη. Είναι απόλυτος, πιεστικός, εκνευριστικός, ίσως ο πιο αντιπαθής ανάμεσα στους δώδεκα, ακριβώς επειδή δεν αφήνει χώρο για σκέψη. Κι όμως, όσο προχωρά η παράσταση, η μεταστροφή του αποκαλύπτει το βάθος της ερμηνείας. Όταν στο τέλος συνειδητοποιεί το λάθος του, η στάση του δεν είναι θεατρική επίδειξη, αλλά ανθρώπινο λύγισμα, που τον κάνει τελικά απρόσμενα συμπαθή.
Ο Πήτερ Ράντλ, ως ένορκος νούμερο 4, αντιμετωπίζει τον ρόλο του με σοβαρότητα και επιμονή μέχρι τέλους. Είναι ο χαρακτήρας που παραμένει προσηλωμένος στη λογική, που δεν παρασύρεται εύκολα από φωνές και συναισθηματικές εκρήξεις, και που προσπαθεί να σταθεί απέναντι στα γεγονότα με συνέπεια. Η παρουσία του λειτουργεί σαν σταθερό σημείο, ακόμη κι όταν οι άλλοι αρχίζουν να χάνουν τον έλεγχο.
Ο Αντώνης Βαρθαλίτης, στον ρόλο του ενόρκου νούμερο 5, κουβαλά μια ιδιαίτερη σχέση με τον κατηγορούμενο, καθώς αντιλαμβάνεται την κοινωνική του τάξη και την περιφρόνηση που δέχεται από τους άλλους. Η ταύτισή του δεν είναι άκριτη· είναι ταξική επίγνωση. Μέσα από τη στάση του αποκαλύπτεται ότι πολλές από τις «βεβαιότητες» των υπολοίπων δεν είναι στοιχεία, αλλά προκαταλήψεις απέναντι σε όποιον προέρχεται από χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα.
Ο Τάσος Παπαδόπουλος, ως ένορκος νούμερο 6, αναζητά περισσότερο τα κίνητρα πίσω από όσα αποδίδονται στον 16χρονο. Δεν τον ενδιαφέρει η ένταση ως σύγκρουση, αλλά η ουσία της υπόθεσης. Προσπαθεί να καταλάβει τι θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα τέτοιο έγκλημα και αν τα κίνητρα που παρουσιάζονται στέκουν πραγματικά. Η στάση του προσφέρει γείωση και λειτουργεί σαν ενδιάμεσος κρίκος ανάμεσα στους πιο ακραίους χαρακτήρες.
Προσπαθούμε να στείλουμε έναν ένοχο στην ηλεκτρική καρέκλα, εκεί που ανήκει και ξαφνικά κάποιος αρχίζει και μας λέει παραμύθια και εμείς καθόμαστε και τον ακούμε! Θα ήθελες να δεις έναν δολοφόνο έξω στους δρόμους; – Ένορκος No3 (Τάσος Γιαννόπουλος)
Ο Ορέστης Τρίκας, στον ρόλο του ενόρκου νούμερο 7, αποτελεί μια φιγούρα εκνευριστικά οικεία. Είναι ο άνθρωπος που έχει αναλάβει τυπικά το χρέος του απέναντι στην κοινωνία, αλλά στην πραγματικότητα τον απασχολεί περισσότερο να μη χάσει τον αγώνα για τον οποίο έχει αγοράσει εισιτήρια. Η επιπολαιότητά του και η βιασύνη του τον καθιστούν από τους πιο ενοχλητικούς χαρακτήρες, όχι επειδή είναι μοχθηρός, αλλά επειδή η αδιαφορία του γίνεται επικίνδυνη.
Ο Μάνος Ζαχαράκος, ως ένορκος νούμερο 8, είναι η φωνή της λογικής. Είναι εκείνος που πρώτος αμφισβητεί τις ενδείξεις και υποστηρίζει ότι τα γεγονότα δεν είναι τόσο ξεκάθαρα όσο παρουσιάζονται. Η ερμηνεία του στηρίζεται στην ψυχραιμία και στην επιμονή, χωρίς στόμφο, χωρίς ανάγκη να «νικήσει» τους άλλους. Δεν λειτουργεί ως ήρωας, αλλά ως άνθρωπος που αρνείται να καταδικάσει χωρίς βεβαιότητα. Και αυτή η άρνηση γίνεται η κινητήρια δύναμη της εξέλιξης.
Υπάρχουν ερωτήσεις που θα ήθελα να κάνω! Ίσως να μην σήμαιναν κάτι. Αλλά ένιωθα οτι η υπεράσπιση δεν έψαξε την υπόθεση όσο βαθιά θα έπρεπε […] Έβαζα συνεχώς τον εαυτό μου στην θέση του παιδιού. Θα είχα ζητήσει άλλον δικηγόρο πιστεύω. Εννοώ, αν δικαζόμουν για τη ζωή μου θα ήθελα ο δικηγόρος μου να ξεψαχνίσει τους μάρτυρες, ή έστω να το προσπαθήσει… – Ένορκος No8 (Μάνος Ζαχαράκος)
Ο Παντελής Παπαδόπουλος, στον ρόλο του ενόρκου νούμερο 9, είναι ένας ηλικιωμένος, ευγενής κύριος με ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο και μια καλοσύνη που δεν μοιάζει αφελής. Η παρουσία του συγκινεί, γιατί φέρνει στην αίθουσα την ήσυχη σοφία της εμπειρίας. Είναι ο άνθρωπος που παρατηρεί, που αντιλαμβάνεται τα κρυφά κίνητρα πίσω από τις φωνές, και που μπορεί να διακρίνει πότε μια θέση γεννιέται από φόβο ή από μίσος.
Ο Αλέξανδρος Καλπακίδης, ως ένορκος νούμερο 10, ενσαρκώνει τον ρατσισμό με τρόπο ωμό και απαξιωτικό. Είναι ο χαρακτήρας που δεν χρειάζεται αποδείξεις, γιατί έχει ήδη αποφασίσει. Η κοινωνική τάξη του αγοριού και το περιβάλλον του λειτουργούν για εκείνον ως τεκμήριο ενοχής. Η ερμηνεία του είναι κομβική, γιατί κάνει ορατό το πιο επικίνδυνο πρόσωπο της προκατάληψης: αυτό που παρουσιάζεται ως «κοινή λογική».
Κάνετε πολύ μεγάλο λάθος! Όλοι σας! Το παιδί αυτό είναι ψεύτης! Το ξέρω! Τους ξέρω όλους αυτούς! Κανείς τους δεν αξίζει! […] Δεν δικάζετε μόνο το παιδί εδώ σήμερα. Δεν το καταλαβαίνετε οτι δικάζετε η φάρα του; […] Οι άνθρωποι αυτοί είναι άγριοι σας λέω και επικίνδυνοι άνθρωποι στον κόσμο…– Ένορκος No10 (Αλέξανδρος Καλπακίδης)
Ο Κωνσταντίνος Μπάζας, στον ρόλο του ενόρκου νούμερο 11, ως Γάλλος μετανάστης με ξενική προφορά και ευγένεια, δίνει μια ιδιαίτερη διάσταση στο έργο. Έχοντας βιώσει τον ρατσισμό, δεν είναι διατεθειμένος να αφήσει την απαξίωση να περάσει χωρίς αντίλογο. Η στάση του δεν είναι επιθετική· είναι σταθερή και αξιοπρεπής. Και ακριβώς επειδή δεν χρειάζεται να υψώσει τη φωνή του, η παρουσία του αποκτά ακόμη μεγαλύτερη δύναμη.
Τέλος, ο Βαγγέλης Κρανιώτης, ως ένορκος νούμερο 12, εκπροσωπεί τον άνθρωπο που δεν έχει σταθερή γνώμη. Αλλάζει στάση εύκολα, επηρεάζεται από τους πιο δυνατούς, αναζητά να βρει πού «γέρνει» η πλειοψηφία. Δεν είναι απαραίτητα κακός· είναι όμως χαρακτηριστικά αναποφάσιστος, κι αυτό τον καθιστά εξαιρετικά σημαντικό μέσα στην ιστορία, γιατί θυμίζει ότι πολλές αποφάσεις στην κοινωνία δεν καθορίζονται μόνο από τους φανατικούς ή τους λογικούς, αλλά και από εκείνους που ακολουθούν το ρεύμα.
Έξι προς έξι; Κατακάθια που εδώ μέσα έχετε τρελαθεί τελείως! Το παιδί αυτό είναι ένας αλήτης! – Ένορκος No10 (Αλέξανδρος Καλπακίδης)
Το τι είδους παιδί είναι δεν νομίζω οτι έχει σχέση με το όλο θέμα! Τα γεγονότα καθορίζουν την υπόθεση! – Ένορκος No9 (Παντελής Παπαδόπουλος)
Στο τέλος, η παράσταση δεν προσφέρει μια εύκολη λύση, ούτε μια βολική κάθαρση. Το βασικό της κέρδος δεν είναι ότι βρίσκει τον ένοχο ή τον αθώο, αλλά ότι δείχνει πόσο εύκολα μπορούμε να καταδικάσουμε χωρίς να έχουμε το δικαίωμα της βεβαιότητας. Και κυρίως, ότι η δικαιοσύνη δεν είναι μόνο νόμος. Είναι στάση ζωής. Είναι η ικανότητα να αντέξεις την αμφιβολία, να μη βιαστείς, να μη μισήσεις, να μη θεωρήσεις δεδομένο ότι ο άλλος είναι ένοχος επειδή η ζωή του τον έκανε «ύποπτο».
Οι «12 Ένορκοι» είναι μια παράσταση που σε κρατά εγκλωβισμένο μαζί με τους χαρακτήρες της. Και όταν τελειώνει, δεν σε αφήνει να σηκωθείς απλώς και να φύγεις. Σε αφήνει με ένα ερώτημα που δεν αφορά μόνο τον νεαρό κατηγορούμενο, αλλά και εσένα: αν ήσουν μέσα σε εκείνη την αίθουσα, με την ίδια πίεση, την ίδια ζέστη, τον ίδιο θυμό γύρω σου, πόσο εύκολα θα έλεγες «ένοχος» για να τελειώνεις;
Τότε γιατί ψηφίζεις αθώος; – Ένορκος (Ορέστης Τρίκας)
Γιατί για εμένα δεν είναι εύκολο να σηκώσω το χέρι και να στείλω ένα παιδί στον θάνατο. Χωρίς να το συζητήσουμε. – Ένορκος (Μάνος Ζαχαράκος)
Έλα τώρα. Ποιος σου είπε οτι είναι εύκολο; Τι επειδή ψήφισα στα γρήγορα; Ειλικρινά πιστεύω οτι ο τύπος είναι ένοχος. Δεν θα άλλαζα γνώμη ακόμη και αν το συζητάμε για εκατό χρόνια.– Ένορκος (Ορέστης Τρίκας)
Κοίτα δεν προσπαθώ να σου αλλάξω γνώμη αλλά πρόκειται για τη ζωή κάποιου. Δεν μπορούμε να αποφασίσουμε έτσι σε πέντε λεπτά. Και αν υποθέσουμε οτι κάνουμε λάθος; – Ένορκος (Μάνος Ζαχαράκος)
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ: ΕΔΩ
Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Κείμενο: Reginald Rose
Μετάφραση/Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνα Νικολαΐδη
Δραματουργική επεξεργασία: Κωνσταντίνα Νικολαΐδη & Νότης Παρασκευόπουλος
Σκηνικά: David Negrin
Κοστούμια: Κική Μήλιου
Πρωτότυπη μουσική: Γιάννης Οικονόμου
Κίνηση: Χριστίνα Φωτεινάκη
Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέξανδρος Αλεξάνδρου
Υλοποίηση φωτισμών: Μανώλης Μπράτσης
Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαγδαληνή Παλιούρα, Κατερίνα Κωνσταντέλλου
Creative Agency: GRID FOX
Επικοινωνία: Άντζυ Νομικού
Οι 12 ένορκοι (αλφαβητικά): Αντώνης Βαρθαλίτης, Τάσος Γιαννόπουλος, Μάνος Ζαχαράκος,Nικόλας Καλιδώνης, Αλέξανδρος Καλπακίδης, Βαγγέλης Κρανιώτης, Κωνσταντίνος Μπάζας (δ.δ. Βασίλης Φακανάς), Παντελής Παπαδόπουλος, Τάσος Παπαδόπουλος, Πήτερ Ράντλ, Ορέστης Τρίκας, Γιάννης Φιλίππου.
Τη φωνή της χαρίζει η Νένα Μεντή











