
«ΟΙΔΙΠΟΥΣ» | Επίδαυρος: Κριτική Παράστασης
Παρακολουθήσαμε την πρεμιέρα της παράστασης «ΟΙΔΙΠΟΥΣ» στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας μέσα από την παρακάτω ανασκόπηση.
✒️ Γράφει: Σωτήρης Σουλούκος
Φωτογραφίες: Ιωάννης Αρμυριώτης
«ΟΙΔΙΠΟΥΣ»: Ένα ταξίδι προς το τέλος, που ήταν η αρχή
Όλα ξεκινούν από το τέλος. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ο Οιδίποδας εμφανίζεται ήδη τυφλός, χαμένος, ένας άντρας εξόριστος και παραδομένος στη μοίρα του, νεκρός. Και κάπου εκεί αρχίζει το νήμα να ξετυλίγεται. Όχι με τρόπο γραμμικό, αλλά σαν ανάμνηση, σαν όνειρο ή σαν σκέψη που παλεύει να μπει σε μία σειρά. Πώς έφτασε ο Οιδίποδας εκεί; Από πού ξεκίνησε; Αυτή είναι η βασική ερώτηση που θέτει η παράσταση του Γιάννη Χουβαρδά εξ αρχής. Γιατί η απάντηση βρίσκεται στη διαδρομή, όχι στη λύση.
Ο Χουβαρδάς παίρνει δύο τραγωδίες – τον Οιδίποδα Τύραννο και τον Επί Κολωνώ – και τις υφαίνει. Η μία είναι το στημόνι και η άλλη το υφάδι. Και αυτό που γεννιέται είναι κάτι νέο: μια ενιαία παράσταση, ένα έργο με δική του φωνή και παλμό. Τα κομμάτια εναλλάσσονται, διαπλέκονται, φωτίζουν το ένα το άλλο. Δεν έχουμε απλώς δύο έργα στη σειρά· έχουμε ένα ενιαίο σύνολο, με αρχή, μέση και τέλος – ακόμη κι αν η αρχή του είναι το τέλος.
Η σκηνοθεσία κινείται σε πολλαπλά επίπεδα: πραγματικότητα και όνειρο, παρόν και παρελθόν, σώμα και φαντασία. Ο Οιδίποδας δεν είναι απλώς χαρακτήρας. Είναι ο χώρος. Είναι η διαδρομή. Περιπλανιέται, κινείται, διασχίζει εσωτερικά και εξωτερικά τοπία. Και εμείς μαζί του, θεατές αλλά και συμμέτοχοι, τον παρακολουθούμε να ζει ή να θυμάται ή να φαντάζεται.



Η παράσταση μοιάζει πολλές φορές με όνειρο. Ένα όνειρο που βλέπει ο Οιδίποδας. Και εμείς, σαν να τον παρακολουθούμε πίσω από ένα λεπτό παραπέτασμα, κρυφοκοιτάμε. Βλέπουμε πράγματα που ίσως συνέβησαν – ή ίσως όχι. Πράγματα που ζει, θυμάται ή φαντάζεται. Ποια είναι η αλήθεια; Ποιο το ψέμα; Ποιο το όνειρο και ποια η μνήμη; Δεν υπάρχει ξεκάθαρη απάντηση. Και ίσως ούτε χρειάζεται.
Το μοτίβο της λανθασμένης ταυτότητας κυριαρχεί. Όλα τα λάθη του Οιδίποδα, όλα τα μοιραία βήματα, ξεκινούν από μία και μόνο πλάνη: νόμιζε πως ήταν άλλος. Κι αυτή η πλάνη, τόσο ανθρώπινη και τόσο οικεία, τον έφερε τελικά στο απόλυτο σκοτάδι. Μόνο που μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι – παράδοξα – βρήκε το φως. Γιατί μόνο όταν έχασε το φως του, κατάλαβε ποιος ήταν. Κι αυτό είναι η τραγωδία.
Η δύναμη αυτής της παράστασης δεν βρίσκεται στο εντυπωσιακό. Βρίσκεται στην απλότητα του τρόπου με τον οποίο ξεδιπλώνεται το μοιραίο. Στην ακρίβεια. Στην υπομονή. Στο χτίσιμο μιας συναισθηματικής διαδρομής που δεν φωνάζει, αλλά χαράζει.




Ο Οιδίποδας του Χουβαρδά δεν είναι απλώς μια ερμηνεία του μύθου. Είναι μια εσωτερική εμπειρία. Μια πορεία προς το τέλος που τελικά ήταν πάντα η αρχή.
Το σκηνικό ήταν από μόνο του μια δήλωση: ένα νεκροταφείο. Σιωπηλό, λιτό, και ταυτόχρονα φορτισμένο. Η παρουσία του θανάτου ήταν εκεί από την αρχή, όχι ως τέλος, αλλά ως ατμόσφαιρα, ως συνθήκη ύπαρξης. Δεν χρειαζόταν να ειπωθεί τίποτα — ο χώρος μιλούσε από μόνος του.
Ο Χουβαρδάς δεν μας έβαλε απλώς σε έναν τόπο. Μας έβαλε μέσα σε μια κατάρα. Στην κατάρα των Λαβδακιδών, που ξεκινάει από τον Πέλοπα και καταλήγει, αδυσώπητα, στην Αντιγόνη. Όλα οδηγούν εκεί: στη φθορά, στην τιμωρία, στη διάλυση μιας γενιάς που κυνηγήθηκε από την ίδια της τη μοίρα.
Ο φόβος του θανάτου — αυτός ήταν τελικά ο καταλύτης. Από αυτόν ξεκίνησαν όλα. Από την προσπάθεια να αποφευχθεί το προδιαγεγραμμένο. Κι όμως, η ίδια αυτή προσπάθεια έφερε τον θάνατο. Όχι έναν. Πλήθος θανάτων. Η παράσταση το απέδωσε αυτό όχι κραυγαλέα, αλλά με μια ψυχρή αίσθηση αναπόφευκτου που σε κυκλώνει όσο προχωρά η αφήγηση.
Κι έπειτα, το κοράκι. Μια φιγούρα που εμφανίζεται σαν σκιά, σαν παραπομπή — ίσως σε μεσαιωνικά νεκροταφεία, ίσως στον Poe, ίσως και σε κάτι που δεν κατονομάζεται αλλά απλώς υπονοείται. Δεν ήταν σύμβολο που κραύγαζε, αλλά σχόλιο. Κάτι που στέκει εκεί και περιμένει. Σαν προειδοποίηση. Ή σαν μαρτυρία.
Η ενδυματολογία ήταν εξίσου εύστοχη. Τα ρούχα, τα χτενίσματα, είχαν κάτι το απόκοσμο, σχεδόν κινηματογραφικό. Ήταν σαν να βλέπεις ένα όνειρο που έχει ξεπηδήσει από παλιά ταινία μυστηρίου. Μια σκοτεινή φαντασίωση γεμάτη ομίχλη και βουβό άγχος. Δεν ήταν αρχαία τραγωδία με τον τρόπο που συνήθως την αντιλαμβανόμαστε — ήταν κάτι πιο μοντέρνο, πιο αστικό, αλλά και πιο διαχρονικό ταυτόχρονα.




Όλο το εγχείρημα, τελικά, έμοιαζε με ένα όνειρο. Από εκείνα που όταν ξυπνάς δεν είσαι σίγουρος αν τα είδες ή τα θυμήθηκες. Ένα όνειρο για τον θάνατο, την ενοχή, τη μοίρα και την ταυτότητα. Και ο θεατής, χωρίς να το καταλάβει, γινόταν κομμάτι του. Κρυφοκοίταζε κάτι που ίσως είχε συμβεί. Ή που θα συμβεί.
Κι έπειτα… οι σιωπές. Ήταν κι αυτές μέρος της αφήγησης. Ίσως και πιο εύγλωττες από τις λέξεις. Οι κινήσεις, η παρουσία και –κυρίως– η απουσία. Τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Όλα τοποθετημένα με ακρίβεια σε ένα χρονικό γαϊτανάκι που τυλίγεται και ξετυλίγεται διαρκώς. Φέρνει στο φως όχι μόνο όσα έγιναν, αλλά και όσα πρόκειται να γίνουν. Σαν όλα να έχουν ήδη συμβεί και ταυτόχρονα να συμβαίνουν για πρώτη φορά.
Η μουσική είχε κάτι το βαθιά τελετουργικό. Το εκκλησιαστικό όργανο, με εκείνον τον γεμάτο και επιβλητικό ήχο, έδινε στην παράσταση μια αίσθηση ιερότητας, σαν να παρακολουθούσαμε μια τελετή και όχι απλώς μια ιστορία. Δεν έντυνε απλώς τη δράση· την όριζε. Κάθε φορά που ακούγονταν οι νότες του, ένιωθες τον χρόνο να παγώνει. Το όργανο γέμιζε τον χώρο με ένα βάρος που δεν ήταν μόνο μουσικό, ήταν συναισθηματικό. Στις σιωπές και στους μονολόγους που κουβαλούσαν όλο το βάρος της μοίρας, ο ήχος του έμοιαζε με ανάσα θεών και έδινε στην παράσταση μια υπόκωφη αγωνία και μια σπάνια αίσθηση ότι βρισκόμασταν μπροστά σε κάτι μεγαλύτερο από τους ήρωες.
Ο Οιδίποδας ζει έναν εφιάλτη. Δεν είναι πια ο βασιλιάς της Θήβας, μα ένας άντρας πλανεμένος και πονεμένος, παγιδευμένος σε μια ζωή που δεν διάλεξε, που προσπάθησε να αποφύγει — και τελικά την περπάτησε ως το τέλος. Η τύφλωση δεν είναι τιμωρία. Είναι άρνηση. Άρνηση να ξαναδεί τον κόσμο, τους ανθρώπους, τα βλέμματά τους. Το βλέμμα της Ιοκάστης, το βλέμμα του παιδιού του, του λαού του. Έβγαλε τα μάτια του για να μην ξαναδεί. Όχι από μετάνοια, αλλά από απόγνωση.
Στην παράσταση, ο ύπνος, το όνειρο, το υποσυνείδητο γίνονται τόποι δράσης. Εκεί, οι μορφές μεταμορφώνονται. Η Αντιγόνη γίνεται Τειρεσίας. Η Ιοκάστη παίρνει το πρόσωπο του Θησέα. Οι μορφές δεν έχουν σταθερή ταυτότητα — κι αυτό δεν είναι σύγχυση, είναι πρόθεση. Είναι σχόλιο. Ένα έξυπνο, υπόγειο παιχνίδι με την έννοια του φύλου, της μνήμης, της φωνής.




Αυτές οι ανδρόγυνες ταυτότητες δεν είναι τυχαίες. Κουβαλούν μέσα τους μια παράδοση που πάει πίσω στην ίδια τη ρίζα του θεάτρου. Στην αρχαία τραγωδία, οι ρόλοι παιζόντουσαν όλοι από άνδρες. Άρα, τι είναι «αρσενικό» και τι «θηλυκό» πάνω στη σκηνή; Ποια είναι η ταυτότητα της φωνής, της χειρονομίας, του πένθους; Μέσα από αυτή τη ρευστότητα, το έργο αποκτά μια νέα διάσταση — υπαρξιακή, ονειρική, σχεδόν μεταφυσική.
Τίποτα δεν σου δίνεται ξεκάθαρα. Αλλά όλα υπάρχουν εκεί, για να τα βρεις — ή να τα νιώσεις. Αυτό που μένει στο τέλος δεν είναι η λύση του δράματος, αλλά το βάρος της εμπειρίας. Μια εμπειρία που κουβαλάει την ενοχή, την μοίρα, το θάνατο και τη συντριβή — όχι ως ιδέες, αλλά ως παρουσίες. Σιωπηλές. Αναπόφευκτες. Όπως και το πεπρωμένο του Οιδίποδα.



Ένα βλέμμα στην καρδιά της τραγωδίας: Ερμηνείες που δίνουν πνοή
Στο κέντρο όλων, ο Νίκος Καραθάνος. Δεν υποδύεται απλώς τον Οιδίποδα. Τον κουβαλά και τον πλάθει εκ των έσω. Ο Καραθάνος φέρει τον Οιδίποδα σαν βάρος και σαν σκιά. Σαν έναν άνθρωπο που κουράστηκε να ψάχνει απαντήσεις και τώρα απλώς περιμένει τις συνέπειες. Μια παρουσία που διαλύεται και ανασυντίθεται μπροστά στα μάτια μας. Δεν φοβάται την έκθεση, ούτε την αδυναμία. Αντίθετα, τις κάνει πυρήνα της ερμηνείας του. Ο Οιδίποδας του δεν είναι ήρωας, είναι άνθρωπος. Και μέσα από αυτό, η τραγωδία φτάνει στο κοινό αβίαστα, σχεδόν οικεία.
Και ύστερα, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Μοναδική. Αυστηρή. Δωρική. Σαν να έχει βγει από το ίδιο το υλικό της τραγωδίας — ψυχρή και φλεγόμενη την ίδια στιγμή. Η παρουσία της είναι σταθερή, ακίνητη σαν βράχος, και όμως κάτω από την επιφάνεια κυλά ένας ποταμός συναισθημάτων, καταπιεσμένων, ανομολόγητων, σχεδόν απαγορευμένων. Η ερμηνεία της είναι ανεπανάληπτη. Όχι μόνο για τη δύναμή της, αλλά γιατί υπενθυμίζει τι σημαίνει να στέκεσαι στη σκηνή χωρίς καμία ανάγκη επίδειξης. Η Καραμπέτη δεν ερμηνεύει απλώς. Κατοικεί τον ρόλο. Και αφήνει στο πέρασμά της μια σιωπή, που δεν ξεχνιέται.



Και φυσικά, δεν θα μπορούσε να μην αναφερθεί κανείς στη Στεφανία Γουλιώτη. Εκπληκτική. Άμεση. Δεν ερμηνεύει ρόλους — διαπερνά τους χαρακτήρες με τρόπο σπάνιο, σωματικό. Το σώμα και η ψυχή της λειτουργούν μαζί, κάθε της κίνηση μοιάζει να έχει ψίθυρο, βάρος, παλμό. Ξεκινά ως Ιοκάστη με μία εσωτερική ένταση που δεν ξεσπά, απλώς υπάρχει. Σιωπηλή κουβαλά την ενοχή, τον φόβο και την τρυφερότητα. Και μετά, μεταμορφώνεται σε Θησέα. Κι εκεί έρχεται η μεγάλη αρετή της: η εναλλαγή. Όχι μόνο στην ερμηνεία, αλλά στην ενέργεια που αποπνέει. Αλλάζει όχι απλώς πρόσωπο ή φύλο, αλλά κατεύθυνση ύπαρξης. Κι όμως, η μετάβαση είναι τόσο φυσική, που σχεδόν δεν την καταλαβαίνεις. Όπως δεν καταλαβαίνεις πότε τελειώνει το όνειρο και πότε αρχίζει η μνήμη. Η ερμηνεία της λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε φαντασία και πραγματικότητα. Είναι αυτή που —χωρίς να το φωνάζει— σου δείχνει ότι τίποτα δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται. Και σε μια παράσταση που κινείται διαρκώς ανάμεσα στο «είναι» και στο «φαίνεσθαι», αυτό το χάρισμα γίνεται καθοριστικό.
Ο Νίκος Χατζόπουλος, στον ρόλο του βοσκού – αρχαιοφύλακα, είναι από εκείνες τις παρουσίες που υπάρχουν ακόμα κι όταν λείπουν. Δεν χρειάζεται να μιλά για να είναι παρών. Είναι εκεί, μάρτυρας. Ένας άνθρωπος που είδε, που θυμάται, που κουβαλά μια αλήθεια τόσο βαριά, που η σιωπή του λέει περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσε να αντέξει ο λόγος. Ο ρόλος του, έτσι όπως δόθηκε από τον Χατζόπουλο, έχει κάτι το ανθρώπινο και πικρά ποιητικό. Δεν είναι ούτε ήρωας ούτε αγγελιαφόρος. Είναι απλώς εκείνος που είδε. Που γνώριζε. Που σιώπησε. Και τώρα καλείται να μιλήσει. Η ερμηνεία του έχει μια βαθιά διακριτικότητα, αλλά και ένα υπόγειο ρίγος. Σαν να κρατάει στα χέρια του κάτι ιερό και επικίνδυνο ταυτόχρονα. Ο χαρακτήρας του —συνδυασμός βοσκού και σχεδόν μυθικού «φύλακα» του παρελθόντος— μοιάζει με σκιά πάνω στη μνήμη. Δεν ζητά τίποτα. Απλώς κουβαλά. Και αυτό είναι που τελικά συγκλονίζει.
Ο Ορέστης Χαλκιάς είναι από εκείνες τις παρουσίες που δεν χρειάζονται έντονες χειρονομίες για να σε καθηλώσουν. Σαν Αντιγόνη, είναι άγουρος, σχεδόν αγορίστικος, κι αυτό δεν είναι αδυναμία — είναι πρόθεση. Με αυτή την αθωότητα, την τρυφερότητα, την αμηχανία ενός παιδιού που ενηλικιώνεται απότομα μέσα στην τραγωδία, παραστέκει τον πατέρα της. Δεν χρειάζεται να πει πολλά. Είναι εκεί. Τον συντροφεύει. Δεν τον οδηγεί, ούτε τον σπρώχνει. Απλώς είναι παρούσα, και αυτό αρκεί. Και μετά, με μια εντυπωσιακή εσωτερική μετατόπιση, γίνεται Τειρεσίας. Μια ερμηνεία εξαιρετικά σωματική, σχεδόν χορευτική. Το σώμα του γίνεται μέσο προφητείας, πύλη. Δεν φωνάζει· κινείται. Και μέσα από αυτή την κίνηση, βγαίνει ο λόγος, όχι σαν φράση, αλλά σαν κραδασμός. Η εναλλαγή ρόλων στον ίδιο ηθοποιό θα μπορούσε εύκολα να λειτουργήσει μηχανικά ή επιδεικτικά. Εδώ, όμως, είναι οργανική. Δεν έχει στόχο να εντυπωσιάσει, αλλά να χτίσει – να δείξει πώς ο λόγος, η πράξη και η μοίρα περνούν μέσα από σώματα, από ψυχές, από ρόλους που δεν είναι ποτέ μονοσήμαντοι.
Ο Κωνσταντίνος Μπιμπής στον ρόλο του Πολυνείκη στέκεται ήσυχα αλλά καθοριστικά μέσα στη ροή του έργου. Δεν εμφανίζεται για πολύ – και όμως, η παρουσία του μένει. Είναι ο πρωτότοκος, ο αδικημένος. Ο γιος του Οιδίποδα που ζητά το δίκιο του, που έρχεται όχι με θυμό, αλλά με πόνο. Και ο Μπιμπής αυτό το μεταφέρει με λεπτότητα.




Μέσα σε αυτό το σύμπαν, η Πηνελόπη Τσιλίκα ως Ισμήνη ξεχωρίζει με τρόπο διακριτικό αλλά αδιαμφισβήτητο. Εκπληκτική. Δεν επιδιώκει να τραβήξει το βλέμμα — το κερδίζει. Με την αμεσότητά της, με το καθαρό της βλέμμα, με μια απλότητα μοναδική. Πατά γερά στη σκηνή, χωρίς θόρυβο, και με έναν εσωτερικό ρυθμό δίνει σάρκα και οστά στην Ισμήνη. Η ερμηνεία της είχε μέτρο και ακρίβεια, μα και μια υπόγεια συγκίνηση που δεν έφευγε. Ένας ρόλος που πολλοί θα τον προσπερνούσαν, εδώ μεγάλωσε και ρίζωσε στη μνήμη μας.
Και δεν θα μπορούσε να μην γίνει λόγος για τον χορό — αυτό το σώμα των συντρόφων, φροντιστών, μαρτύρων. Οι Γιάννης Κότσιφας, Έκτορας Λυγίζος, Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, Θεόβη Στύλλου και Άγγελος Τριανταφύλλου δεν ήταν απλώς παρόντες στη σκηνή· ήταν ένας συνδετικός ιστός. Η παρουσία τους δεν ήταν ποτέ διακοσμητική — ήταν δραματουργικά ουσιαστική. Άλλοτε σιωπηλοί, σχεδόν αόρατοι, και άλλοτε με λόγο, με βλέμμα, με συμμετοχή ενεργή. Σαν εσωτερικές φωνές του Οιδίποδα. Σαν συνείδηση. Ή σαν μνήμη. Κάθε τους κίνηση είχε λόγο ύπαρξης. Κάθε σιωπή τους έμοιαζε με ανάσα του έργου. Ήταν φροντιστές, με την κυριολεκτική και την πιο υπαρξιακή έννοια. Δεν υπηρετούσαν τη δράση. Συνυπήρχαν μαζί της. Τη στήριζαν, την ακολουθούσαν, την υποδέχονταν — σαν να ήταν κι εκείνοι κομμάτι της ίδιας τραγωδίας, καταδικασμένοι να την ξαναζούν. Η λειτουργία του χορού εδώ δεν αναπαράγει την αρχαία φόρμα. Αντίθετα, την επανανοηματοδοτεί με τρόπο διακριτικό, με κύρος, και με μια σπάνια αίσθηση ευθύνης απέναντι στον λόγο και τον ρυθμό.
Συνολικά η παράσταση «ΟΙΔΙΠΟΥΣ» αποτελεί μια εμπειρία μοναδική, συγκινητική, και βαθιά ανθρώπινη. Από τις στιγμές που δεν παρακολουθείς απλώς θέατρο — τις ζεις, τις κουβαλάς μαζί σου.
Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Ελεύθερη απόδοση – Διασκευή – Σκηνοθεσία Γιάννης Χουβαρδάς
Σκηνικά Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια Ιωάννα Τσάμη
Μουσική Άγγελος Τριανταφύλλου
Κίνηση Ερμίρα Γκόρο
Φωτισμοί Νίκος Βλασόπουλος
Α΄ βοηθός σκηνοθέτη Δέσποινα Λάρδη
Βοηθοί σκηνοθέτη Ηλιάνα Καλαδάμη, Ναυσικά Κίρκη
Βοηθός σκηνογράφου Άννα Μπίζα
Βοηθός ενδυματολόγου Δήμητρα Σταυρίδου
Φωτογραφίες: Alex Kat
Photo Editing: Κατερίνα Λιακοπούλου, Πέτρος Αντωνίου
Διεύθυνση Παραγωγής: Κατερίνα Μπερδέκα
Οργάνωση Παραγωγής: Ρόζα Καλούδη
Πρωταγωνιστούν
Νίκος Καραθάνος, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Στεφανία Γουλιώτη, Νίκος Χατζόπουλος, Ορέστης Χαλκιάς, Κωνσταντίνος Μπιμπής, Πηνελόπη Τσιλίκα
Χορός
Γιάννης Κότσιφας, Έκτορας Λυγίζος, Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, Θεόβη Στύλλου, Άγγελος Τριανταφύλλου
Συμπαραγωγή Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου – Λυκόφως / Γιώργος Λυκιαρδόπουλος
Μέγας Δωρητής Επετειακού Προγράμματος στην Επίδαυρο: Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ)












