
«Πέρσες» | Επίδαυρος: Κριτική Παράστασης
✒️ Γράφει: Σωτήρης Σουλούκος
Φωτογραφίες ©: Ιωάννης Αρμυριώτης
Παρακολουθήσαμε την πρεμιέρα της παράστασης «Πέρσες» στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.
Aχ, μια φορά, πόσο μεγάλη και γλυκιά ήταν στα αλήθεια η ζωή μας; – Χορός



Τελείωσαν όλα! Τελείωσαν όλα! Αμέτρητοι νεκροί! Και εγώ αντικρίζω το φως του γυρισμού. Πάει όλος ο στρατός. Αμέτρητοι νεκροί! – Αγγελιοφόρος (Σταύρος Σβήγκος)
«Πέρσες» του Αισχύλου: Όταν η ήττα γίνεται η πιο δυνατή αντιπολεμική κραυγή
Ο Αισχύλος έγραψε τους «Πέρσες» μόλις οκτώ χρόνια μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, έχοντας ο ίδιος πολεμήσει εναντίον των Περσών. Κι όμως, αντί να υμνήσει τη νίκη των Ελλήνων, επέλεξε να δώσει φωνή στους ηττημένους. Να μιλήσει για τον πόνο εκείνων που περιμένουν μάταια τους ανθρώπους τους να επιστρέψουν από τον πόλεμο. Αυτή ακριβώς η ανθρωποκεντρική ματιά βρίσκεται στον πυρήνα της σκηνοθεσίας του Χρήστου Θεοδωρίδη, ο οποίος αντιμετωπίζει την τραγωδία όχι ως ένα ιστορικό γεγονός, αλλά ως μια ιστορία που επαναλαμβάνεται αδιάκοπα μέχρι σήμερα.
Από την πρώτη κιόλας εικόνα γίνεται σαφές ότι η παράσταση θα αφηγηθεί την ιστορία κυρίως μέσα από τη δύναμη των εικόνων. Τα μέλη του Χορού εισέρχονται αργά, ένα-ένα, στην ορχήστρα. Γύρω από κάθε σώμα σχηματίζονται πέντε σκιές. Δεν πρόκειται για έναν απλό φωτιστικό εντυπωσιασμό. Οι σκιές μοιάζουν να συμβολίζουν όλα όσα κουβαλά κάθε άνθρωπος: την οικογένεια, τους προγόνους, τη μνήμη, τις ρίζες του. Κανείς δεν βαδίζει μόνος, ακόμη και όταν η σκιά γίνει μία. Πίσω από κάθε σώμα υπάρχει μια ολόκληρη ιστορία.
Τα μέλη του χορού στρέφονται προς τη Δύση, προς την κατεύθυνση από όπου αναμένεται να φτάσει η είδηση από τη Σαλαμίνα. Έχουν την πλάτη στραμμένη στο κοινό. Για αρκετή ώρα δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα. Κι όμως, αυτή η ακινησία είναι από τις πιο δυνατές στιγμές της παράστασης. Η αναμονή γίνεται πρωταγωνιστής. Μια σιωπή γεμάτη αγωνία, προσμονή και ελπίδα. Όλοι περιμένουν ότι ο πανίσχυρος περσικός στόλος θα έχει επικρατήσει. Το κοινό γνωρίζει ήδη την αλήθεια, όμως οι ήρωες όχι. Έτσι δημιουργείται μια δραματική ένταση που κορυφώνεται χωρίς να χρειάζεται ούτε μία λέξη.


Ο Θεοδωρίδης δείχνει από την αρχή ότι τον ενδιαφέρει περισσότερο ο άνθρωπος παρά το ιστορικό γεγονός. Άλλωστε αυτό είναι και το μεγαλείο του ίδιου του Αισχύλου. Ενώ θα μπορούσε να παρουσιάσει έναν θρίαμβο των Ελλήνων, επιλέγει να σταθεί απέναντι στον πόνο των αντιπάλων. Η τραγωδία δεν αφορά τους νικητές, αλλά αυτούς που έχασαν τα παιδιά τους, τους άντρες τους, το μέλλον τους. Είναι μια βαθιά αντιπολεμική στάση που εξακολουθεί να συγκινεί δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα.
Οι σιωπές παίζουν καθοριστικό ρόλο σε ολόκληρη την παράσταση. Δεν λειτουργούν ως κενά ανάμεσα στις σκηνές αλλά ως δραματικός χρόνος. Οι ηθοποιοί μένουν ακίνητοι, σαν να αδυνατούν να αντιδράσουν μπροστά σε αυτό που πλησιάζει. Ακόμη και πριν αρχίσει ο θρήνος, μοιάζουν ήδη συντετριμμένοι. Σαν ο χρόνος να έχει παγώσει τη στιγμή που η συμφορά πλησιάζει.
Σαλεύει ο νους μου! Σαλεύει ο νους μου! Σαστισμένος! – Άτοσσα (Μαρία Ναυπλιώτου)
Η Μαρία Ναυπλιώτου ερμηνεύει την Άτοσσα με αξιοθαύμαστη εσωτερική διαδρομή. Η πρώτη της εμφάνιση αποπνέει κύρος και αυτοπεποίθηση. Το βλέμμα είναι σταθερό, το σώμα όρθιο, το χρυσό ένδυμα υπενθυμίζει τη δύναμη της αυτοκρατορίας. Σταδιακά, όμως, η βασίλισσα παραχωρεί τη θέση της στη μητέρα. Το σώμα λυγίζει, η φωνή αποκτά ρωγμές, μέχρι που τελικά καταρρέει. Δεν παρακολουθούμε απλώς μια γυναίκα που πληροφορείται μια ήττα. Βλέπουμε μια μάνα που αντιλαμβάνεται ότι ίσως να μην ξαναδεί ποτέ το παιδί της.
Μια μικρή στιγμή έμεινε ιδιαίτερα στη μνήμη μου. Κάποια στιγμή ακούστηκε μια κουκουβάγια από τον φυσικό χώρο του θεάτρου. Η Ναυπλιώτου γύρισε στιγμιαία το κεφάλι προς τον ήχο και αμέσως συνέχισε κανονικά την ερμηνεία της. Δεν ήταν μια αντίδραση της ηθοποιού που αποσπάστηκε· ήταν σαν να αντέδρασε η ίδια η Άτοσσα. Ήταν μια αυθόρμητη λεπτομέρεια που αποκάλυψε τη βαθιά σύνδεση της ηθοποιού με τον ρόλο.
Και όμως να ξέρετε. Αν νικήσει ο γιός μου, θα είναι άντρας θαυμαστός. Αν δεν νικήσει, δεν έχει στην πατρίδα του να δώσει λόγο. Μόνο να σωθεί! Και θα’ναι και πάλι βασιλιάς στην χώρα αυτή! – Άτοσσα (Μαρία Ναυπλιώτου)


Επιβλητική υπήρξε και η παρουσία του Δημήτρη Καταλειφού ως Δαρείου. Με απόλυτη ηρεμία και εσωτερική δύναμη γέμισε τον χώρο χωρίς να χρειαστεί υπερβολές. Η εμφάνιση του νεκρού βασιλιά λειτουργεί ως η φωνή της λογικής απέναντι στην ύβρη του Ξέρξη. Δεν έρχεται για να παρηγορήσει αλλά για να υπενθυμίσει ότι κάθε αλαζονεία οδηγεί αργά ή γρήγορα στην καταστροφή.
Για ποιο πάθημα πάσχει η πόλη; Κλαίει και χτυπιέται η γη και σκίζεται και με τυλίγει ο φόβος; – Δαρείος (Καταλειφός Δημήτρης)


Ο Αναστάσιος Ροϊλός ως Ξέρξης εμφανίζεται ως το απόλυτο σύμβολο της συντριβής. Παραπατά, φορά κουρελιασμένα ρούχα και μοιάζει να έχει χάσει όχι μόνο τον στρατό του αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό. Ωστόσο δεν παρουσιάζεται αποκλειστικά ως θύμα. Μέσα στις εκρήξεις θυμού και στις στιγμές υπεροψίας εξακολουθεί να διακρίνεται ο άνθρωπος που πίστεψε ότι μπορούσε να υπερβεί κάθε όριο. Στο τέλος, ο χρυσός μανδύας υπενθυμίζει πως μπορεί να ηττήθηκε, όμως παραμένει βασιλιάς. Μια εικόνα γεμάτη συμβολισμούς.
Άτυχοι οι Πέρσες στους πολέμους! Έχω χάσει ο δύστυχος τόσο στρατό! – Ξέρξης (Αναστάσης Ροϊλός)



Ο Αγγελιοφόρος του Σταύρου Σβήγκου αποτελεί μία από τις πιο ολοκληρωμένες ερμηνείες της βραδιάς. Δεν παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος που απλώς μεταφέρει την είδηση της ήττας. Το σώμα του δείχνει ότι έχει ήδη βιώσει την καταστροφή. Η συνεχής του κίνηση, η νευρικότητα, η αδυναμία να σταθεί για πολλή ώρα στο ίδιο σημείο δημιουργούν την αίσθηση ενός ανθρώπου που δεν μπορεί να ξεφύγει από τις εικόνες που κουβαλά μέσα του. Δεν αφηγείται τον πόλεμο· τον ξαναζεί.
Και η νύχτα δεν τελείωνε. Κρατούσε χίλια χρόνια. Δεν τελειώνει ποτέ! Δεν τελειώνει ποτέ! Δεν τελειώνει… Ποτέ! […] Δεν πίστευα ποτέ οτι αυτό που βλέπω μπορούσε να υπάρξει! […] Και η νύχτα δεν τελείωνε! Κρατούσε χίλια χρόνια! – Αγγελιοφόρος (Σταύρος Σβήγκος )



Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ακούγονται σειρήνες. Είναι μια από τις πιο εύστοχες σκηνοθετικές παρεμβάσεις της παράστασης. Οι ήχοι αυτοί μεταφέρουν την αφήγηση από την αρχαιότητα στο σήμερα. Δεν ακούμε πλέον μόνο για τη Σαλαμίνα και τη σύγκρουση της αρχαιότητας. Ακούμε για σύγχρονες πόλεις που βομβαρδίστηκαν, για ανθρώπους που έτρεξαν να σωθούν, γιαοικογένειες που περίμεναν ένα αγαπημένο πρόσωπο να επιστρέψει. Ο πόλεμος αλλάζει μορφή, όμως ο τρόμος του παραμένει ο ίδιος.
Ο Χορός αποτέλεσε ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της παράστασης. Οι (αλφαβητικά): Αλεξανδρόπουλος Πάρης, Δεληθανάση Αγγελική, Δερμεντζίδης Κρητικός Γιώργος, Εξακοΐδης Γιώργος, Θεμελή Ξένια, Κισσανδράκης Γιώργος, Κωνσταντινίδης Γιώργος, Μακρής Ντένης, Μανδρινός Δημήτρης, Μανωλάς Νίκος, Πατερμαλή Αγγελική, Πίττα Τατιάνα- Άννα, Σακελλαριάδη Πέννυ, Σωτηροπούλου Σαββίνα, Τρυφουλτσάνης Βασίλης, Τσαλίκης Βασίλης, Φύτρος Σαμψών λειτούργησαν σαν ένας οργανισμός. Δεν υπήρχαν πρωταγωνιστές μέσα στο σύνολο. Υπήρχε μια κοινή αναπνοή, μια συλλογική σκέψη, μια πειθαρχία που εντυπωσίαζε χωρίς ποτέ να γίνεται μηχανική. Κάθε βήμα, κάθε κίνηση, κάθε στροφή του κεφαλιού, κάθε παύση είχε λόγο ύπαρξης. Στις τελετουργικές του κινήσεις ο χορός αποκτούσε σχεδόν μεταφυσικές διαστάσεις.
Όλη η γη στενάζει, κλαίει, ουρλιάζει! Πονάει, σφαδάζει! Κλαίει, στριγκλίζει, θρηνεί, πονάει! Κλαίει, αναστενάζει. Ανοίγει, σκίζεται… – Χορός



Οι φωτισμοί από τους Ιωάννα Αθανασίου και Τάσο Παλαιορούτα συνέβαλαν ουσιαστικά στη δημιουργία αυτής της ατμόσφαιρας. Οι πολλαπλές σκιές, το παιχνίδι των χρωμάτων στο βάθος της σκηνής και ο έντονος κόκκινος διάδρομος δεν λειτουργούσαν διακοσμητικά αλλά ως μέρος της αφήγησης. Το ίδιο ισχύει και για τη χορογραφία της Ξένιας Θεμελή, η οποία αξιοποίησε το σώμα ως βασικό εκφραστικό εργαλείο, από την απόλυτη ακινησία μέχρι τις στιγμές της συλλογικής έκστασης.



Η απουσία σκηνικού αποδείχθηκε σοφή επιλογή. Ο άδειος χώρος της Επιδαύρου δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο. Οι ηθοποιοί, οι φωτισμοί και η μουσική ήταν αρκετά για να δημιουργήσουν όλους τους τόπους της τραγωδίας. Άλλωστε μετά από έναν πόλεμο σπάνια απομένει κάτι όρθιο. Και η σκηνοθεσία του Χρήστου Θεοδωρίδη με την αξιοποίηση κάθε τμήματος του αρχαίου θεάτρου έδωσε χώρο στον λόγο και στην κίνηση για να αναπνεύσουν και να αφηγηθούν χωρίς εξωτερικές προσθήκες.
Ο Ξέρξης μας αφάνισε. Ο Ξέρξης έφερε όλα τα δεινά! – Χορός
Ιδιαίτερη θέση κατέχει η μουσική του Jeph Vanger. Δεν συνοδεύει απλώς τη δράση αλλά τη διαμορφώνει. Οι ηλεκτρονικοί ήχοι συναντούν παραδοσιακά μουσικά στοιχεία δημιουργώντας μια γέφυρα ανάμεσα στον αρχαίο και στον σύγχρονο κόσμο, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται.
Αυτή ακριβώς η σύνδεση του τότε με το σήμερα αποτελεί ίσως το σημαντικότερο επίτευγμα της παράστασης. Οι αναφορές στη Χιροσίμα, στο Σαράγεβο και στην Παλαιστίνη υπενθυμίζουν ότι οι «Πέρσες» δεν είναι ένα έργο για την αρχαιότητα. Είναι ένα έργο για κάθε κοινωνία που γνώρισε τον πόλεμο. Γιατί κάθε σύγκρουση έχει τους δικούς της ήρωες και, ταυτόχρονα, τους δικούς της νεκρούς. Για κάποιους οι πολεμιστές είναι σωτήρες· για κάποιους άλλους είναι οι άνθρωποι που στέρησαν ζωές. Ο Αισχύλος δεν παίρνει θέση υπέρ της νίκης. Παίρνει θέση υπέρ του ανθρώπου.


Ώρα κακιά και ώρα πικρή! Ποιο αμάρτημα βαρύ πληρώνουμε με αυτές τις συμφορές μας; – Χορός
Οι τελευταίες στιγμές της παράστασης είναι ίσως και οι πιο συγκλονιστικές. Τα ονόματα ανθρώπων που χάθηκαν σε πολεμικές συγκρούσεις ακούγονται σαν ένας ατελείωτος κατάλογος μνήμης. Δεν υπάρχουν αριθμοί ούτε στατιστικές. Υπάρχουν μόνο ονόματα. Γιατί κάθε πόλεμος καταγράφεται στην Ιστορία ως γεγονός, αλλά βιώνεται πάντοτε ως προσωπική απώλεια.
Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί κάτι που συχνά θεωρούμε δεδομένο. Κανένας από τους ηθοποιούς δεν χρησιμοποιούσε μικρόφωνο (με εξαίρεση το μικρόφωνο που υπήρχε σε συγκεκριμένο σημείο του θεάτρου και εξυπηρετούσε έναν συγκεκριμένο σκοπό). Κι όμως, κάθε λέξη έφτανε καθαρή μέχρι και τις τελευταίες σειρές του θεάτρου. Ήταν μια υπενθύμιση της δύναμης της ανθρώπινης φωνής και της τεχνικής των ηθοποιών, αλλά και μια ακόμη απόδειξη ότι το αρχαίο δράμα δεν χρειάζεται τεχνολογικά στηρίγματα όταν υπηρετείται με γνώση και μέτρο.
Οι «Πέρσες» του Χρήστου Θεοδωρίδη δεν είναι μια παράσταση για μια αρχαία ήττα. Είναι μια παράσταση για όλους εκείνους που περιμένουν ακόμη κάποιον να επιστρέψει από έναν πόλεμο. Και ίσως αυτό να είναι το πιο διαχρονικό μήνυμα του Αισχύλου: ότι οι νικητές γράφουν την Ιστορία, αλλά οι ηττημένοι μάς θυμίζουν την αξία της ανθρώπινης ζωής.
Είπα όλη την αλήθεια και δέκα μέρες να μιλώ δεν φτάνουν για να σου αφηγηθώ το πλήθος των δεινών μας. Γιατί τόσοι άνθρωποι να ξέρεις δεν χάθηκαν ποτέ σε μία και μόνη μέρα! – Αγγελιοφόρος (Σταύρος Σβήγκος )
Οι δύο παραστάσεις στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου σηματοδοτούν την έναρξη της μεγάλης καλοκαιρινής περιοδείας! ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ: ΕΔΩ
Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία
Δαρείος: Καταλειφός Δημήτρης
Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης
Αγγελιοφόρος: Σβήγκος Σταύρος
Χορός (αλφαβητικά): Αλεξανδρόπουλος Πάρης, Δεληθανάση Αγγελική, Δερμεντζίδης Κρητικός Γιώργος, Εξακοΐδης Γιώργος, Θεμελή Ξένια, Κισσανδράκης Γιώργος, Κωνσταντινίδης Γιώργος, Μακρής Ντένης, Μανδρινός Δημήτρης, Μανωλάς Νίκος, Παντερμαλή Αγγελική, Πίττα Τατιάνα- Άννα, Σακελλαριάδη Πέννυ, Σωτηροπούλου Σαββίνα, Τρυφουλτσάνης Βασίλης, Τσαλίκης Βασίλης, Φύτρος Σαμψών
Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς
Σκηνοθεσία – δραματουργία κίνησης: Χρήστος Θεοδωρίδης
Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης
Κοστούμια: Τίνα Τζόκα
Φωτισμοί: Ιωάννα Αθανασίου – Τάσος Παλαιορούτας
Μουσική: Jeph Vanger
Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή
Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης
Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος
Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου
Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media
Graphic Design – Photography:Mike Rafail
Επικοινωνία – προβολή: Μαρκέλλα Καζαμία, mkazamia@react.com.gr
Οργάνωση παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου
Παραγωγή: Marossoulis Productions
Συμπαραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου
Διάρκεια: 2 ώρες και 5 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)













Εγραψα μια σελιδα σχόλια , ετσι για να να βγάλω απο μεσα μου, και μετα τα εσβυσα…..ησήχασα!!!
Σας άρεσε η παράσταση;