
«Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν»: Κριτική Παράστασης
✒️Γράφει: Σωτήρης Σουλούκος
Δείτε επίσης: Θέατρο Εν Αθήναις: Επίσημη πρεμιέρα με δύο ξεχωριστές βραδιές! Πλήθος επωνύμων!
Παρακολουθήσαμε την παράσταση «Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν» στο Θέατρο Εν Αθήναις και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.
Ο Δημήτρης Καρατζιάς και ο Μάνος Αντωνιάδης μεταφέρουν στη σκηνή, την βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, συγκλονιστική νουβέλα του Horace McCoy «ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΟΤΑΝ ΓΕΡΑΣΟΥΝ» (They Shoot Horses, Don’t They?). Κάθε Σάββατο και Κυριακή, στις 20:30, στο θέατρο «Εν Αθήναις», ξεδιπλώνεται ένας αληθινός υποκριτικός άθλος από τον 17μελή θίασο.
Το ταξίδι προς την δόξα και το χρήμα μόλις ξεκίνησε! Εμείς θα σας ευχηθούμε καλή τύχη! Καλή τύχη και κουράγιο για να φτάσετε στο τέλος. Αλλά! Για να γίνει αυτό θα πρέπει πρώτα να γίνετε δεκτοί στον διαγωνισμό! – Παρουσιαστής (Νίκος Ιωαννίδης)
Το 1932, στην Αμερική της Μεγάλης Ύφεσης, σε μια αποβάθρα αναψυχής στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια, δίπλα στο Χόλυγουντ, ξεκινά ένας ακόμη μαραθώνιος χορού. Νέοι άνθρωποι, φτωχοί, άνεργοι και άστεγοι, θύματα της οικονομικής κρίσης, διεκδικούν μια θέση με κίνητρο το μεγάλο έπαθλο αλλά και τη δωρεάν στέγη και τροφή, ελπίζοντας σε ένα καλύτερο μέλλον και στο περιβόητο Αμερικανικό Όνειρο. Υπό σκληρούς και αδυσώπητους κανόνες, οι διαγωνιζόμενοι χορεύουν αδιάκοπα για εβδομάδες, ωθούμενοι πέρα από τα σωματικά και ψυχικά τους όρια, σε έναν απάνθρωπο αγώνα αντοχής όπου η ανθρώπινη εξαθλίωση μετατρέπεται σε θέαμα και η απελπισία σε ψυχαγωγία.
Κοίταξε μας, όλους εδώ μέσα! Δεν θα ήταν καλύτερα να μην είχαμε γεννηθεί ποτέ; – Γκλόρια (Τριανταφυλλιά Ταμπαλιάκη)
Ο τέταρτος μαραθώνιος χορού ξεκινά. Ένας αγώνας με άγνωστη κατάληξη και απρόβλεπτο τέλος· θα ολοκληρωθεί μόνο όταν απομείνει ένα και μοναδικό ζευγάρι όρθιο στην πίστα. Πριν από αυτό, οι διαγωνιζόμενοι θα σκοντάψουν, θα λιποθυμήσουν, θα πέσουν και θα ξανασηκωθούν, παλεύοντας με την αϋπνία, την κούραση και την εξάντληση που θολώνουν το μυαλό και οδηγούν στην ψυχική και πνευματική κατάρρευση. Για να φτάσουν στη νίκη, θα πρέπει να ξεπεράσουν κάθε ανθρώπινη αδυναμία και να υπερισχύσουν των υπολοίπων. Και όλα αυτά μπροστά στα μάτια του κοινού, που κρατά στα χέρια του τη μοίρα τους: με λίγα χρήματα μπορεί να καθορίσει την τύχη των ζευγαριών, να γίνει συμμέτοχος ή ακόμη και συνεργός στη νίκη τους, στηρίζοντας —ως σπόνσορας— το αγαπημένο του ζευγάρι.
Στα ζώα φέρονται καλύτερα! – Γκλόρια
Ε όχι και καλύτερα!
Τουλάχιστον εκείνα κάποιος τα ταΐζει! […] Μόνο που εκείνα δεν ξέρουν τι τα περιμένει, ενώ εμείς ξέρουμε. Έτσι δεν είναι; – Γκλόρια
«Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν»: Ένας αληθινός υποκριτικός άθλος!
Ένας αγώνας επιβίωσης. Όχι μεταφορικά, αλλά κυριολεκτικά. Ένα έργο που σήμερα μοιάζει πιο επίκαιρο από ποτέ, σε μια εποχή γεμάτη ριάλιτι, διαγωνισμούς, παιχνίδια αντοχής και εξευτελισμού. Ποιος θα αντέξει περισσότερο; Ποιος θα επιβιώσει για να πάρει το χρηματικό έπαθλο; Η ζωή παρουσιάζεται σαν αγώνας, κι ο αγώνας σαν θέαμα.
Από τις πρώτες ώρες, τα πιο αδύναμα ζευγάρια αποχωρούν ή απορρίπτονται. Δεν υπάρχει χώρος για δισταγμό, για κούραση, για ανθρώπινη αδυναμία. Οι ώρες γίνονται μέρες και οι μέρες βουνό. Οι διαγωνιζόμενοι βιώνουν όλο και πιο αντίξοες συνθήκες. Το παιχνίδι σκληραίνει και αυτοί είναι υποχρεωμένοι να χορεύουν ασταμάτητα. Μέχρι εξάντλησης. Μέχρι κατάρρευσης. Μέχρι θανάτου.
Αυτό είναι! Και τώρα, κυρίες και κύριοι, διάλειμμα δέκα λεπτών. Μην φύγει κανείς σε λίγο επιστρέφουμε με περισσότερη μουσική, περισσότερο χορό και περισσότερα acts. Για να δούμε οι διαγωνιζόμενοι θα αντέξουν μέχρι το τέλος της ημέρας; Ερχόμαστε! –Παρουσιαστής
Ζευγάρια που χορεύουν για να νικήσουν, αλλά στην πραγματικότητα χορεύουν για να μην χαθούν. Ένα παιχνίδι επιβίωσης που μετατρέπει τον άνθρωπο σε αντικείμενο. Εξαθλίωση. Πάθη και λάθη. Επιλογές σωστές και λάθος. Και η ιστορία επαναλαμβάνεται. Πονεμένοι άνθρωποι, σκληροί από τη ζωή, αναγκασμένοι να ξεγυμνώσουν την ψυχή και το σώμα τους μπροστά σε ένα κοινό που διψά για θέαμα.
Κάποιοι σήμερα θα αποτύχουν. Κάποιοι θα χάσουν την δοκιμασία και θα αποχωρήσουν! Κάποιοι θα χάσουν την ευκαιρία για ένα καλύτερο αύριο! Για μια καλύτερη ζωή! Και ίσως για ένα καλύτερο μέλλον! Και τώρα κυρίες και κύριοι ξεκινάει το ντέρμπι! – Παρουσιαστής
Όλοι οι ηθοποιοί της παράστασης δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό. Χορεύουν, παίζουν, συμμετέχουν με όλο τους το είναι. Η στιγμή που αρχίζουν να τρέχουν γύρω γύρω από τη σκηνή, καταπονημένοι, ιδρωμένοι, σχεδόν λυγισμένοι, είναι τόσο ρεαλιστική που σε κάνει να πονάς μαζί τους. Η κούραση τους δεν είναι υποκριτική. Είναι σωματική, ορατή. Και ο θεατής δεν μπορεί παρά να τους συμπονέσει. Νιώθεις συμπάθεια καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, ακόμη κι όταν κάποιοι γίνονται σκληροί, ακόμη κι όταν κάνουν λάθος.
Σκέψου τα επτά γεύματα την ημέρα που θα μας ταΐζουν και πάρε θάρρος! Έλα! – Τζίμι (Νικόλας Μπράβος)
Η σκληρότητα της ζωής και η ανάγκη για ελπίδα είναι παρούσες παντού. Η ελπίδα πως κάτι μπορεί να αλλάξει, πως ίσως υπάρξει μια μικρή νίκη, όχι μόνο στο παιχνίδι, αλλά και στη ζωή. Όμως η ιστορία είναι βαριά. Σκληρή. Αληθινή. Γραμμένη το 1935, λίγα χρόνια μετά την οικονομική κρίση του 1929 στην Αμερική, κουβαλά το βάρος μιας εποχής που οι άνθρωποι έφταναν στα όρια για λίγα δολάρια, για ένα πιάτο φαγητό, για μια ευκαιρία.
Ο πολυμελής θίασος αποτελούμενος από τους Νίκο Ιωαννίδη, Γιώργο Σεϊταρίδη, Τριανταφυλλιά Ταμπαλιάκη, Ορνέλα Λούτη, Δήμητρα Κολλά, Νικόλα Μπράβο, Στέφανο Κακαβούλη, Χριστίνα Σαμπανίκου, Σωτήρη Μεντζέλο, Αντώνη Αντωνίου, Θάνο Κρομμύδας, Αγάπη Παπαθανασιάδου, Ευάγγελο ΑνδρέαςΕμμανουήλ, Όλγα Θανασιά, Αλεξάνδρα Γαϊδατζή, Παρασκευή Αλίρη και η Γιάννα Σταυράκη πραγματοποιεί έναν άθλο. Ο συντονισμός τόσων σωμάτων, τόσων φωνών, τόσων ιστοριών, απαιτεί ακρίβεια και αντοχή. Κάθε πρόσωπο φέρνει το δικό του δράμα. Ένα ψυχογράφημα εξαθλιωμένων ανθρώπων που μπήκαν σε έναν διαγωνισμό χορού όχι για τη δόξα, αλλά από ανάγκη. Ακόμη και ο παρουσιαστής είναι μέρος της εξαθλίωσης. Όλα για το κέρδος. Όλα για το θέαμα.
Ας υποθέσουμε οτι κερδίζαμε, τι θα έκανες με τα λεφτά; – Ρόμπερτ (Γιώργος Σεϊταρίδης)
Θα αγόραζα ένα καλό ποντικοφάρμακο! – Γκλόρια
Ο Ρόκι Γκράβο του Νίκου Ιωαννίδη λειτουργεί ως ο αδιαμφισβήτητος άξονας εξουσίας του Μαραθώνιου Χορού. Σκληρός, άτεγκτος, με μια επιτηδευμένη ευθυμία που σοκάρει, παρουσιάζει το σόου σαν γιορτή, ενώ στην πραγματικότητα ενορχηστρώνει έναν μηχανισμό εξάντλησης και εκμετάλλευσης. Αναγγέλλει τους όρους και το έπαθλο με χαμόγελο, σχεδόν παιδική χαρά, υπογραμμίζοντας την κυνικότητα του χαρακτήρα του: γνωρίζει ακριβώς τι πρόκειται να ακολουθήσει και όχι μόνο δεν τον απασχολεί, αλλά το απολαμβάνει. Η φράση «η τύχη βοηθά τους τολμηρούς» αποκτά ειρωνική διάσταση στο στόμα του, καθώς ο ίδιος καρπώνεται τα έσοδα και την εξουσία, χωρίς να συμμερίζεται ούτε στο ελάχιστο τον πόνο, την αγωνία ή τη σωματική κατάρρευση των διαγωνιζομένων. Ακόμα και η συμμετοχή του κοινού στην επιλογή του ζευγαριού λειτουργεί ως άλλοθι: μεταφέρει την ευθύνη της βαρβαρότητας αλλού, ενώ εκείνος παραμένει ο αόρατος, αλλά απόλυτος ρυθμιστής.
Ο Ρόμπερτ Σάιβερτεν του Γιώργου Σεϊταρίδη, ο διαγωνιζόμενος με το νούμερο 67, εισέρχεται σχεδόν τυχαία στο παιχνίδι, καθώς καλείται να αντικαταστήσει τον παρτενέρ της Γκλόρια. Αυτή η «κατά λάθος» εμπλοκή είναι και το κλειδί της ερμηνείας του. Αρχικά αδιάφορος, αποστασιοποιημένος, μοιάζει να μην κατανοεί πλήρως το μέγεθος της παγίδας στην οποία έχει βρεθεί. Σταδιακά όμως, μέσα από τη σχέση του με τη Γκλόρια, ο χαρακτήρας του βαθαίνει: η αδιαφορία μετατρέπεται σε συμμετοχή, η συμμετοχή σε συναίσθημα και το συναίσθημα σε υπαρξιακή εμπλοκή. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται με λεπτότητα και συνέπεια, επιτρέποντας στο κοινό να παρακολουθήσει τη σταδιακή μεταμόρφωση ενός ανθρώπου που από θεατής γίνεται συμμέτοχος.
Η Γκλόρια Μπίτι της Τριανταφυλλιάς Ταμπαλιάκη, επίσης με το νούμερο 67, εμφανίζεται από την αρχή εκτεθειμένη: μένει χωρίς παρτενέρ και αναγκάζεται να δεχτεί έναν άγνωστο. Ο ρόλος της κινείται ανάμεσα στη θρασύτητα και την αδιαφορία, σαν άμυνα απέναντι σε ένα περιβάλλον που την αντιμετωπίζει ως αναλώσιμη. Η αρχική σύγκρουση με τον νέο της παρτενέρ είναι έντονη, σχεδόν επιθετική, όμως σταδιακά αυτή η ένταση μετασχηματίζεται σε μια απρόσμενη συναισθηματική σύνδεση. Από την αρχή γίνεται σαφές πως η Γκλόρια κρύβει κάτι – μια εσωτερική ρωγμή, μια μυστική απόφαση ή μια βαθύτερη απελπισία. Μόνο στο τέλος, όμως, αυτή η σκιά αποκτά σαφή μορφή, ανατρέποντας όσα νομίζαμε πως γνωρίζαμε για εκείνη.
Η Άλις Λεμπλάνκ της Ορνέλα Λούτη, διαγωνιζόμενη με το νούμερο 65, ενσαρκώνει τη φιλοδοξία χωρίς φίλτρα. Αποφασισμένη να βρει σπόνσορα και να γίνει διάσημη, εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία για να αναδειχθεί, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει να πατήσει πάνω στους άλλους. Η σχέση της με τη Γκλόρια είναι καθαρά ανταγωνιστική, μια διαρκής μάχη για προβολή και επιβίωση. Στο τέλος μένει μόνη — ή ίσως όχι. Η αμφισημία αυτή αφήνει ανοιχτό το ερώτημα: είναι η μοναξιά το τίμημα της φιλοδοξίας ή απλώς ένας ακόμη σταθμός στον δρόμο προς τη διασημότητα;
Η Έλεν Τάρκι της Δήμητρας Κολλά, η νοσοκόμα του Μαραθωνίου, λειτουργεί ως η ψυχρή φωνή της «φροντίδας». Σκληρή, απόμακρη, με κινήσεις μηχανικές, μοιάζει να έχει συνηθίσει τον ανθρώπινο πόνο. Ωστόσο, κάτω από αυτή την επαγγελματική πανοπλία διακρίνονται στιγμές ευαισθησίας, μικρές ρωγμές που αποκαλύπτουν πως δεν είναι εντελώς αποκομμένη από όσα συμβαίνουν γύρω της. Η παρουσία της υπενθυμίζει ότι ακόμα και η φροντίδα μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο επιτήρησης.
Ο Χάρι Κλάιν του Στέφανου Κακαβούλη, ο ναύτης και πρώην πολεμιστής με το νούμερο 37, αποτελεί μία από τις πιο ουσιαστικές παρουσίες της παράστασης. Θα περίμενε κανείς πως, ως άνθρωπος που έχει βιώσει τον πόλεμο, θα είναι σκληροτράχηλος και απάνθρωπος. Κι όμως, συμβαίνει το αντίθετο: ο πόλεμος τον έχει διδάξει την ομαδικότητα και την αυτοθυσία. Η ερμηνεία του ξεχωρίζει για την εσωτερικότητα και τη γενναιοδωρία της, ενώ η άνεσή του στη σκηνή μαρτυρά εμπειρία και βαθιά κατανόηση του ρόλου. Το γεγονός ότι διακρίνεται μέσα σε έναν τόσο πολυπληθή θίασο αναδεικνύει καθαρά το ταλέντο και τις δυνατότητές του.
Τέλος, οι Χριστίνα Σαμπανίκου (Σερλ Κλέιτον, νούμερο 37), Αντώνης Αντωνίου, Νικόλας Μπράβος, Όλγα Θανασιά, Ευάγγελος Ανδρέας Εμμανουήλ, Παρασκευή Αλίρη, Σωτήρης Μεντζέλος, Αλεξάνδρα Γαϊδατζήκαι Αγάπη Παπαθανασιάδου συγκροτούν έναν εξαιρετικά δεμένο σύνολο διαγωνιζομένων. Δεν λειτουργούν απλώς ως φόντο, αλλά ως ζωντανός οργανισμός: σώματα που εξαντλούνται, βλέμματα που σβήνουν, μικρές εκρήξεις ανταγωνισμού και αλληλεγγύης. Μέσα από τη συλλογική τους παρουσία αποτυπώνεται η πραγματική φρίκη του Μαραθωνίου — όχι ως μεμονωμένες ιστορίες, αλλά ως μια μαζική εμπειρία ανθρώπινης φθοράς.
Χωρίς αυτά τα πολλά πρόσωπα, το έργο θα ήταν μισό. Η κατάρρευση του καθενός ξεχωριστά και μαζί η κατάρρευση ενός κοινωνικού συνόλου που απολαμβάνει να βλέπει ανθρώπους να εξαντλούνται, γίνεται φανερή μέσα από την πληθώρα των χαρακτήρων. Ζουν, κοιμούνται, ξυπνούν, τρέχουν, χορεύουν μαζί. Και αν ένας φύγει; Υπάρχει αντικαταστάτης. Σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Και κάπου εκεί μπαίνει το σκληρό ερώτημα: τι γίνεται όταν δεν είσαι πια χρήσιμος; Όπως τα άλογα που, όταν γεράσουν ή τραυματιστούν, τα σκοτώνουν. Όχι για να τα λυτρώσουν από τον πόνο, αλλά για να απαλλάξουν τους ανθρώπους από το βάρος τους. Έτσι κι εδώ. Νικητής ή ηττημένος, στο τέλος δεν έχει και τόση σημασία. Γιατί όλοι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, έχουν ήδη πληρώσει το τίμημα.
Θεέ μου, ποιόν κοροϊδεύω; Δεν τα καταφέρω ποτέ! Ολόκληρος ο καταραμένος αυτός κόσμος είναι όπως οι διανομές. Όλοι οι καλοί οι ρόλοι έχουν δοθεί πριν ακόμα εμφανιστείς. – Γκλόρια
Η σκηνοθεσία και η δραματουργική επεξεργασία του Δημήτρη Καρατζιά έδωσαν στο έργο σφιχτό ρυθμό και καθαρή κατεύθυνση. Η παράσταση κύλησε με μία ένταση που δεν χαλάρωνε, κρατώντας τον θεατή σε διαρκή εγρήγορση. Ο τρόπος που διαχειρίστηκε τον πολυμελή θίασο έδειξε ακρίβεια και έλεγχο: κάθε σώμα, κάθε κίνηση, κάθε βλέμμα είχε θέση μέσα στο σύνολο. Δεν χάθηκε κανείς μέσα στο πλήθος· όλοι είχαν λόγο ύπαρξης πάνω στη σκηνή.
Η πρωτότυπη μουσική, το ηχητικό τοπίο και τα τραγούδια του Μάνου Αντωνιάδη δεν λειτούργησαν σαν απλό φόντο, αλλά σαν οργανικό μέρος της δράσης. Οι ήχοι ακολουθούσαν την εξάντληση, την αγωνία και την ένταση των σωμάτων.Τα τραγούδια, με τους στίχους τους, δεν στόλιζαν απλώς τις σκηνές, αλλά σχολίαζαν την κατάσταση των ανθρώπων που παλεύουν να αντέξουν. Δημιούργησαν μια ατμόσφαιρα σκληρή, αλλά και ανθρώπινη, που έκανε το κοινό να νιώθει την κούραση, την απόγνωση και την ανάγκη για ελπίδα.
Δεκάρα δεν δίνουν για το ποιος θα κερδίσει τον διαγωνισμό. Την κατάντια σας θέλουν να δούνε. Εσάς να ξεφτιλίζεστε εδώ κάθε μέρα για να νιώσουν λίγο καλύτερα με τον εαυτό τους. Για να πιστέψουν οτι είναι σε καλύτερη μοίρα…! – Παρουσιαστής
Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιώργου Λυντζέρη απέδωσαν με απλότητα και ακρίβεια τον κόσμο της εξαθλίωσης και του θεάματος. Ο χώρος έμοιαζε φτιαγμένος για να δοκιμάζει τα σώματα και τις αντοχές τους. Τα κοστούμια, φθαρμένα, ιδρωμένα, βαριά, έδειχναν την πορεία από την αρχική προσδοκία στην πλήρη κατάρρευση. Δεν υπήρχε ωραιοποίηση. Υπήρχε αλήθεια. Κι αυτή η αλήθεια έκανε την παράσταση να μοιάζει σκληρή, αλλά αναγκαία.
Χριστέ μου είμαι τόσο κουρασμένη που θα ήθελα να πεθάνω. Μακάρι να ήμουν νεκρή. Μακάρι να με κεραυνοβολούσε ο Θεός αυτήν την στιγμή! – Γκλόρια
Πρόσεχε τι εύχεσαι! Κάποια μέρα μπορεί να σε ακούσει ο Θεός και να σου κάνει την χάρη.
Μακάρι να μου την έκανε! Μακάρι να είχα τα κότσια να την κάνω εγώ για εκείνον. Πόσο θα ήθελα να φύγω από εδώ! – Γκλόρια
Βλέπεις κανέναν να πεθαίνει από την χαρά του που είναι εδώ μέσα;
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ: ΕΔΩ
Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Συγγραφέας: Horace McCoy
Μετάφραση, διασκευή: Δημήτρης Καρατζιάς – Μάνος Αντωνιάδης
Σκηνοθεσία, δραματουργική επεξεργασία: Δημήτρης Καρατζιάς
Πρωτότυπη μουσική / Ηχητικό τοπίο / Τραγούδια – Στίχοι: Μάνος Αντωνιάδης
Σκηνικά – Κοστούμια: Γιώργος Λυντζέρης
Σχεδιασμός φωτισμών: Βαγγέλης Μούντριχας – Σεμίνα Παπαλεξανδροπούλου
Χορογράφος: Ναταλία Βαγενά
Φωτογραφίες promotion: Νίκος Ζαχαρόπουλος
Βοηθός Φωτογράφου: Όλγα Ανδιάρη
Φωτογραφίες παράστασης: Χριστίνα Φυλακτοπούλου
Αφίσα: Γιάννης Κεντρωτάς
Trailer : ORKI Productions
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Λάμπρος Τζώρας, Ελένη Μαζνώκη
Κατασκευή μάσκας: Ελένη Σουμή
Μοδίστρα: Trungel -Nagy Mònika
Εκτυπώσεις / Στάμπες: NtsPrints
Πρόγραμμα παράστασης / κείμενο: Εκδόσεις Αιγόκερως
Επικοινωνία / Προώθηση παράστασης: Νταίζη Λεμπέση
Οργάνωση παραγωγής: Δήμητρα Γεωργοπούλου
Παραγωγή: ΤΕΑΜ VAULT ΑΜΚΕ
Παίζουν: Νίκος Ιωαννίδης, Γιώργος Σεϊταρίδης, Τριανταφυλλιά Ταμπαλιάκη, Ορνέλα Λούτη (Άλις), Δήμητρα Κολλά (Νοσοκόμα Έλεν), Νικόλας Μπράβος, Στέφανος Κακαβούλης, Χριστίνα Σαμπανίκου, Σωτήρης Μεντζέλος, Αντώνης Αντωνίου, Θάνος Κρομμύδας (Τζόν), Αγάπη Παπαθανασιάδου, Ευάγγελος Ανδρέας Εμμανουήλ, Όλγα Θανασιά, Αλεξάνδρα Γαϊδατζή (Μάντι), Παρασκευή Αλίρη και η Γιάννα Σταυράκη (Κα Λέιντελ).
Θερμές ευχαριστίες για την πολύτιμη βοήθεια τους, στους: Βίκυ Σδούγκου (Βεστιάριο Gardaroba), Γιάννη Οικονομίδη (παντομίμα), Γιώργο Νικολαΐδη (κομμώσεις), Κατερίνα Καρατζιά (μακιγιάζ), Κωνσταντίνο Θεοδωρακάκη (παρασκήνιο).
τζουν και μάριος











