
«ΣΤΡΑΚΑΣΤΡΟΥΚΕΣ» | Καλοκαιρινή Περιοδεία: Κριτική Παράστασης
✒️ Γράφει: Dr. Σωτήρης Σουλούκος
Φωτογραφίες ©: Ιωάννης Αρμυριώτη
Παρακολουθήσαμε την παράσταση «ΣΤΡΑΚΑΣΤΡΟΥΚΕΣ» στο Δημοτικό Θέατρο Αιγάλεω «Αλέξης Μινωτής» και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.



Ήμουν ο μικρότερος και ο μοναδικός γιος από τα πέντε αδέλφια. Τα τέσσερα πρώτα κορίτσια. Σοφία, Αγάπη, Πίστη, Ελπίδα. Όσα έλειπαν δηλαδή από την οικογένεια μου. Εμείς ότι δεν είχαμε στο σπίτι το βαφτίζαμε με ονόματα. Για να πείσουμε τους συγχωριανούς μας και εμάς τους ίδιους βασικά πως είμαστε αξιοσέβαστη οικογένεια.
Υπάρχουν παραστάσεις που σε συγκινούν, άλλες που σε προβληματίζουν και κάποιες που καταφέρνουν να κάνουν και τα δύο ταυτόχρονα. Η συγκεκριμένη ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Δεν επιχειρεί να σοκάρει με εύκολους τρόπους ούτε να εκβιάσει το συναίσθημα. Αντίθετα, ξετυλίγει μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία, αφήνοντας τον θεατή να αναμετρηθεί με όσα συνήθως προτιμά να προσπερνά.
Όλα ξεκινούν από ένα μεγάλο ξύλινο κιβώτιο μεταφοράς, σαν εκείνα που χρησιμοποιούνται για έργα τέχνης. Ένα αντικείμενο που λειτουργεί συμβολικά ήδη από την πρώτη στιγμή. Σαν να κρύβει μέσα του έναν πολύτιμο θησαυρό, αλλά και ένα δυσβάσταχτο φορτίο. Ένας ήχος, σχεδόν σαν όνειρο, ανοίγει την πόρτα των αναμνήσεων και από εκείνη τη στιγμή η ζωή του ήρωα αρχίζει να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας.
Το ξέρατε οτι η καρδία της γαρίδας είναι στο κεφάλι της και οτι τα χταπόδια έχουν τρείς καρδίες; Και ο Πατέρας μου ούτε μια.
Η παιδική αθωότητα διαδέχεται τις δυσκολίες της εφηβείας. Το bullying, η λεκτική και ψυχολογική κακοποίηση, η μοναξιά, η ανάγκη να κρύψεις τον πραγματικό σου εαυτό για να γίνεις αποδεκτός. Η παράσταση δεν αντιμετωπίζει τη διαφορετικότητα ως μια αφηρημένη έννοια. Της δίνει πρόσωπο, φωνή και σώμα. Δείχνει πώς μεγαλώνει ένα παιδί που ακούει συνεχώς τι σημαίνει να είσαι «πραγματικός άντρας». Έναν πατέρα που μετρά την αρρενωπότητα με στερεότυπα. Μια κοινωνία που συνεχίζει να επιβάλλει τους ίδιους κανόνες. Και έναν νέο άνθρωπο που προσπαθεί να αναπνεύσει μέσα σε όλα αυτά.
Ήθελα να ανοίξει η γη και να μπω μέσα. Δεν άφηνα να καταλάβουν οτι διαλύομαι! Έκανα οτι γελάω.
Δεν πρόκειται μόνο για μια ιστορία γύρω από τη σεξουαλική ταυτότητα. Είναι μια ιστορία για την απόρριψη, την ανάγκη αποδοχής και τη βία που μπορεί να ασκηθεί πάνω σε έναν άνθρωπο μόνο και μόνο επειδή δεν χωρά στα καλούπια που έχουν ορίσει οι άλλοι. Η πρώτη αγάπη, που θα μπορούσε να αποτελέσει καταφύγιο, μετατρέπεται σταδιακά σε ακόμη μία πληγή. Και ο κύκλος του τραύματος μοιάζει να μην κλείνει ποτέ πραγματικά.
Το σκηνικό είναι ουσιαστικά άδειο. Κι όμως, όσο εξελίσσεται η παράσταση, γεμίζει με αντικείμενα, εικόνες και μνήμες. Σχεδόν ανεπαίσθητα, ο χώρος μεταμορφώνεται σε ένα σπίτι, σε ένα παιδικό δωμάτιο, ένα δωμάτιο σε μία φοιτητική εστία, σε έναν τόπο αναμνήσεων. Όλα μοιάζουν τοποθετημένα με απόλυτη ακρίβεια. Αυτή η τάξη πάνω στη σκηνή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το χάος που επικρατεί μέσα στον ήρωα. Ίσως εκεί να βρίσκεται και μία από τις πιο δυνατές εικόνες της παράστασης: η ζωή μπορεί να διαλύεται, αλλά τα αντικείμενα παραμένουν στη θέση τους.
Τελικά τα πρώτα αθώα εγκλήματα συμβαίνουν εκεί στις βρύσες των σχολείων. Οι μαθητές ξεπλένουν τις αμαρτίες των γονιών τους και οι δάσκαλοι απλά νίπτουν τας χείρας τους.
Το έργο φέρνει στον νου ιστορίες που δυστυχώς δεν αποτελούν εξαίρεση. Είναι οι ιστορίες των παιδιών που μεγάλωσαν ακούγοντας ότι δεν είναι αρκετά δυνατά, αρκετά αρρενωπά ή αρκετά «κανονικά». Παιδιά που έγιναν στόχος επειδή ήταν πιο ευαίσθητα, πιο ήσυχα, επειδή αγαπούσαν διαφορετικά ή απλώς επειδή δεν έμοιαζαν με τους υπόλοιπους. Είναι αδύνατο να μην περάσουν από το μυαλό του θεατή πραγματικά περιστατικά που σημάδεψαν την ελληνική κοινωνία. Ανάμεσά τους και η υπόθεση του Βαγγέλη Γιακουμάκη, η οποία ανέδειξε με τον πιο τραγικό τρόπο τις συνέπειες του εκφοβισμού και της κοινωνικής σιωπής.
Η μεγαλύτερη δύναμη της παράστασης είναι ότι δεν επιλέγει εύκολους διαχωρισμούς ανάμεσα στους «καλούς» και τους «κακούς». Μιλά για μια κοινωνία που συχνά εκπαιδεύει τους ανθρώπους να φοβούνται τη διαφορετικότητα. Για οικογένειες που, αντί να προστατεύουν, πληγώνουν. Για συγγενείς που σιωπούν. Για φίλους που δεν βλέπουν. Και για ανθρώπους που αναγκάζονται να ενηλικιωθούν πολύ νωρίτερα από όσο θα έπρεπε.
Προσευχόμουν κάθε βράδυ στον Θεό. Να ξυπνήσω και να είμαι αλλιώς! Του ζητούσα να μου πάρει ότι ήθελε αρκεί να με κάνει όπως τα υπόλοιπα αγόρια!
Ο Δημήτρης Σαμόλης υπογράφει το κείμενο και τα τραγούδια της παράστασης και χαρίζει μια ερμηνεία που δύσκολα αφήνει τον θεατή αμέτοχο. Χωρίς περιττές εξάρσεις και θεατρικούς εντυπωσιασμούς, κινείται με ειλικρίνεια ανάμεσα στο χιούμορ, τη συγκίνηση και την απόγνωση. Υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέσαι αν αφηγείται μια μυθοπλαστική ιστορία ή αν καταθέτει προσωπικά του βιώματα. Ίσως τελικά αυτό να μην έχει καμία σημασία. Εκείνο που μένει είναι η αίσθηση της αλήθειας που εκπέμπει σε κάθε σκηνή. Τα τραγούδια, γραμμένα επίσης από τον ίδιο, δεν λειτουργούν ως μουσικά διαλείμματα αλλά ως φυσική συνέχεια της αφήγησης, φωτίζοντας πλευρές του ήρωα που δύσκολα θα μπορούσαν να ειπωθούν μόνο με λόγια.
Η σκηνοθεσία του Μάριου Κακουλλή υπηρετεί απόλυτα τη φιλοσοφία του έργου. Με βασικό άξονα μια μετακόμιση, χτίζει έναν κόσμο διαρκώς μεταβαλλόμενο, όπου κάθε αντικείμενο αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Το αποτέλεσμα είναι ένα σκηνικό ταυτόχρονα λιτό και πλούσιο σε συμβολισμούς, αποδεικνύοντας πως οι λεπτομέρειες μπορούν να αφηγηθούν μια ιστορία εξίσου δυνατά με τους διαλόγους.
Περισσότερες φορές στην ζωή μου άκουσα την λέξη άχρηστος, παρά το Κωνσταντής το βαφτιστικό μου.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Λουκά Μπάκα κινούνται στην ίδια λογική της απλότητας, χωρίς να στερούνται χαρακτήρα. Ο φωτιστικός σχεδιασμός και η δραματουργική επεξεργασία του Στέφανου Δρουσιώτη καθοδηγούν διακριτικά το βλέμμα και το συναίσθημα, ενώ η μουσική του ECATI λειτουργεί ως ένας ακόμη αφηγητής, γεφυρώνοντας τις σιωπές και τις πιο έντονες συναισθηματικές κορυφώσεις.
Πρόκειται για μια παράσταση που δεν τελειώνει με την υπόκλιση και το χειροκρότημα. Συνεχίζει να υπάρχει μέσα στις σκέψεις του θεατή, γιατί μιλά για ζητήματα που εξακολουθούν να μας αφορούν όλους. Για την ανάγκη να αγαπηθείς χωρίς προϋποθέσεις. Για το δικαίωμα να είσαι ο εαυτός σου. Και για το πόσο καταστροφικές μπορούν να γίνουν οι λέξεις όταν επαναλαμβάνονται καθημερινά μέσα σε ένα σπίτι, μια σχολική αίθουσα ή μια μικρή κοινωνία. Είναι μια παράσταση που αξίζει να τη δουν όχι μόνο όσοι έχουν βιώσει αντίστοιχες εμπειρίες, αλλά και όσοι πιστεύουν ότι αυτά συμβαίνουν πάντα στους άλλους.
Το ξέρατε πως οι Σκοτσέζοι έχουν για το χιόνι 421 λέξεις και ο πατέρας μου δεν βρήκε ούτε μια να μου πει ένα μπράβο!

ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ: ΕΔΩ
Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια: Δημήτρης Σαμόλης
Σκηνοθεσία: Μάριος Κακουλλής
Σκηνικά – Κοστούμια: Λουκάς Μπάκας
Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία: Στέφανος Δρουσιώτης
Μουσική: ECATI
Βοηθός σκηνοθέτη: Δανάη – Αρσενία Φιλίδου
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Graphic design: Μιχάλης Δέμελης
Trailer: Θωμάς Παλυβός
Social media: Κάλλη Μαυρογένη
Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης












