
«Τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου» | Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου: Κριτική Παράστασης
✒️ Γράφει: Δρ. Σωτήρης Σουλούκος
Φωτογραφίες ©: Ιωάννης Αρμυριώτης
Παρακολουθήσαμε την παράσταση «Τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου» στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.



Ποιο μανταρίνι ερωτεύτηκε την παλιά Επίδαυρο και έγινε πορτοκάλι;
«Τα Πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου» του Θοδωρή Γκόνη: Εκεί όπου ο τόπος θυμάται!
Το φεγγάρι είχε ήδη σταθεί ανάμεσα στα δύο βουνά της Παλαιάς Επιδαύρου και ο αποσπερίτης στεκόταν φωτεινός στον ουρανό. Ήταν εκείνη η στιγμή που η μέρα παραχωρεί τη θέση της στη νύχτα· η ώρα που οι ιστορίες βρίσκουν τον δρόμο τους προς τους ανθρώπους και οι μνήμες επιστρέφουν. Δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει καταλληλότερη στιγμή για να αρχίσουν «Τα Πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου» του Θοδωρή Γκόνη.
Γιατί η παράσταση αυτή δεν αφηγείται απλώς την ιστορία ενός τόπου. Αφουγκράζεται τη μνήμη του. Αναζητά τα ίχνη των ανθρώπων που πέρασαν από τη γη αυτή, που εργάστηκαν, αγάπησαν, πόνεσαν και άφησαν πίσω τους ιστορίες. Είναι μια παράσταση για τη σχέση του ανθρώπου με τον τόπο του, για εκείνη τη βαθιά σύνδεση που πολλές φορές δεν εξηγείται, αλλά υπάρχει μέσα στις αισθήσεις: στη μυρωδιά της γης, στον ήχο του αέρα, στο χρώμα ενός καρπού.
Το σκηνικό της Μάριας Μπαχά συνομιλεί ιδανικά με το κείμενο και τον χώρο της Παλαιάς Επιδαύρου. Τα ερείπια του αρχαίου θεάτρου και το πέτρινο σπίτι στο βάθος δεν αποτελούν απλώς το φόντο της δράσης. Συνυπάρχουν με την ιστορία και γίνονται μέρος της αφήγησης. Το σπίτι είναι το παρόν της παράστασης, ο τόπος όπου κατοικεί η μνήμη, ενώ τα αρχαία κατάλοιπα υπενθυμίζουν πως κάθε ανθρώπινη ιστορία έρχεται να προστεθεί πάνω σε παλαιότερες.



Οι λευκές κουρτίνες στο μπαλκόνι, ο κλήπος με τις πορτοκαλιές, τα λιγοστά αντικείμενα, η απλότητα του χώρου δημιουργούν την αίσθηση μιας ζωής που συνεχίζεται ακόμη, παρόλο που οι άνθρωποι έχουν φύγει. Και όταν το αεράκι αρχίζει να κουνά τις κουρτίνεςί, η εικόνα αποκτά μια σχεδόν μαγική διάσταση. Σαν ο ίδιος ο τόπος να συμμετέχει στην παράσταση και να ανοίγει μια δίοδο προς το παρελθόν.
Η φύση γίνεται ένας ακόμη πρωταγωνιστής. Το μεταίχμιο ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι δημιουργούν την κατάλληλη συνθήκη για να ειπωθούν ιστορίες. Γιατί οι ιστορίες των ανθρώπων γεννιούνται συχνά ακριβώς σε αυτές τις ενδιάμεσες στιγμές, όταν το παρόν χαμηλώνει τη φωνή του και αφήνει χώρο στις αναμνήσεις.
Είναι το μανταρίνι που μεγάλωσε και έγινε πορτοκάλι!
Η έναρξη της παράστασης έχει τη δύναμη μιας τελετουργίας. Ο Θοδωρής Γκόνης εμφανίζεται διακριτικά και ποτίζει τα φυτά. Στη συνέχεια πλησιάζει τα φυτά που βρίσκονται στην αρχή της σκηνής και τα σπασμένα αγγεία που ακολουθούν. Τα μαζεύει προσεκτικά και τα τοποθετεί σε ένα ζεμπίλι. Η εικόνα αυτή συμπυκνώνει ολόκληρη τη φιλοσοφία της παράστασης. Τα φυτά, που παραπέμπουν στη ζωή και στη γη, δίνουν τη θέση τους στα θραύσματα των αγγείων σύμφωνα με το έθιμο της θραύσης των αγγείων στις κηδείες, στα όστρακα που μαζεύουν οι αρχαιολόγοι και τα οποία είναι κομμάτια της ζωής μιας άλλης εποχής. Είναι η υπενθύμιση πως κάθε τόπος αποτελείται από στρώματα μνήμης. Το ζεμπίλι, απαραίτητο εργαλείο τόσο για τον αγρότη όσο και για τον εργάτη μιας ανασκαφής, γίνεται το δοχείο όπου συλλέγονται όσα ο χρόνος δεν κατάφερε να εξαφανίσει. Από αυτή την πρώτη εικόνα γίνεται σαφές ότι η παράσταση δεν θα μιλήσει μόνο για τα πορτοκάλια. Θα μιλήσει για όσα μένουν πίσω όταν οι άνθρωποι φεύγουν.
Η Χριστίνα Μαξούρη εμφανίζεται και κάθεται δίπλα στους μουσικούς. Τυλίγει προσεκτικά τα πορτοκάλια σε χαρτί και τα τοποθετεί σε ένα τελάρο. Μια απλή καθημερινή πράξη μετατρέπεται σε μια πράξη φροντίδας, σχεδόν τελετουργική. Όταν αρχίζει να τραγουδά, η φωνή της γεμίζει τον χώρο με δύναμη και ευαισθησία. Η μουσική δεν λειτουργεί ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως ένας ακόμη τρόπος αφήγησης.

Η Ρωξάνη Καρφή εμφανίζεται με ένα γαλάζιο φόρεμα, σαν μια παρουσία βγαλμένη από μια παλιά ανάμνηση. Ένα παιδί που έρχεται με αθωότητα και χαρά προσφέρει ένα πορτοκάλι στον ηλικιωμένο άνδρα και φεύγει τρέχοντας. Μέσα σε αυτή τη μικρή κίνηση υπάρχει όλη η έννοια της συνέχειας: αυτό που παίρνουμε από τους προηγούμενους και αυτό που παραδίδουμε στους επόμενους.



Τις φλούδες από το πορτοκάλι δεν πρέπει να τις αφήνουμε ποτέ ανάποδα. Αλλά με την πορτοκαλιά τους πλευρά προς τα πάνω να κοιτάζουν τον ήλιο γιατί στην λευκή τους κοιλιά έρχονται και βρίσκουν φωλιά η κακογλωσσιά, η ζήλια, το μάτι και ο φθόνος.
Η Ιωάννα Παππά εμφανίζεται από το πέτρινο σπίτι με μια ηρεμία και μια αυτοσυγκέντρωση που καθηλώνουν. Κρεμά ένα λευκό πουκάμισο στο μπαλκόνι χωρίς να πει ούτε μία λέξη και, όμως, έχει ήδη αφηγηθεί μια ολόκληρη ιστορία. Η σιωπή της γίνεται γλώσσα, το σώμα της γίνεται αφήγηση. Είναι από εκείνες τις σπάνιες σκηνικές παρουσίες όπου ο θεατής παρακολουθεί όχι μόνο όσα λέγονται, αλλά κυρίως όσα υπονοούνται. Όταν αρχίζει να μιλά, η ερμηνεία της αποκτά μια εσωτερική δύναμη μοναδική. Είναι δωρική, λιτή και συγκινητική. Ο λόγος της φτάνει άμεσα στον θεατή, όχι μέσα από εξάρσεις, αλλά μέσα από τη βαθιά αλήθεια της παρουσίας της. Με τις κινήσεις της γεμίζει τον χώρο και δημιουργεί έναν χαρακτήρα που μοιάζει να έχει βγει από τις μνήμες ενός ολόκληρου τόπου. Η Παππά συνοψίζει με ακρίβεια τις γυναίκες μιας άλλης εποχής: γυναίκες της υπαίθρου που έζησαν ανάμεσα στη σκληρή εργασία, στις παραδόσεις, στις δοξασίες και στη σιωπηλή αντοχή της καθημερινότητας. Έχει κάτι από τη σοφία της χωρικής, αλλά και κάτι από τη δύναμη μιας αρχαίας μορφής. Κάποιες στιγμές μοιάζει σχεδόν με ιέρεια του τόπου. Όταν σηκώνει τα χέρια της κρατώντας πορτοκάλια, η εικόνα παραπέμπει στη θεά των φιδιών: όχι ως αναφορά στο παρελθόν, αλλά ως υπενθύμιση πως η γη είναι ένας ιερός τόπος, ένας τόπος που γεννά και προσφέρει. Η ερμηνεία της είναι βαθιά σωματική. Κάθε κίνηση έχει σημασία, κάθε βλέμμα αφηγείται. Είναι παρούσα ακόμη και όταν δεν μιλά. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα της ερμηνείας της: ότι η σιωπή της έχει μεγαλύτερη δύναμη από πολλές λέξεις.



Ο Χάρης Χαραλάμπους-Καζέπης εμφανίζεται κρατώντας ένα πορτοκάλι. Το φως του προβολέα πέφτει πάνω του και τον απομονώνει για μια στιγμή, σαν να τον ξεχωρίζει από τον χρόνο. Σταδιακά ο Θοδωρής Γκόνης τον ντύνει επί σκηνής, σαν να τον εισάγει στη μνήμη του ίδιου του τόπου. Η παρουσία του είναι ήρεμη και δυναμική ταυτόχρονα. Έχει μια γλυκύτητα και μια τρυφερότητα που κάνουν τις αφηγήσεις του άμεσες. Μας μεταφέρει σε έναν κόσμο αναμνήσεων, άλλοτε πραγματικών και άλλοτε σχεδόν μυθικών. Θυμάται τα παιδικά χρόνια, τους ανθρώπους, τις προσπάθειές τους να επιβληθούν στη φύση και να επιβιώσουν μέσα από αυτήν. Στις ιστορίες του συνυπάρχουν η ομορφιά και η σκληρότητα της ζωής. Η χαρά της δημιουργίας μαζί με τον φόβο της απώλειας. Το κόκκινο χρώμα των πορτοκαλιών γίνεται το κόκκινο του αίματος, υπενθυμίζοντας πως κάθε τόπος κουβαλά όχι μόνο τις στιγμές ευτυχίας αλλά και τις πληγές του.



Στην παράσταση συνυπάρχει και η τραγική ιστορία της μοναχοκόρης του παλιού αγροτικού γιατρού της Επιδαύρου. Ο θάνατός της δεν λειτουργεί απλώς ως ένα δραματικό γεγονός μέσα στην αφήγηση. Μετατρέπεται σε ένα τραύμα που περνά στη μνήμη του τόπου. Είναι σαν το αίμα της να έβαψε για πάντα τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου, τα κατακόκκινα σαγκουίνια, δίνοντάς τους μια άλλη σημασία. Ο καρπός της γης παύει να είναι μόνο σύμβολο ευφορίας και αφθονίας. Κουβαλά πλέον και την απώλεια. Γίνεται σύμβολο ζωής και θανάτου μαζί, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την ανθρώπινη ύπαρξη. Κάθε πορτοκάλι γίνεται ένας μικρός φορέας μνήμης: της εργασίας, της αγάπης, της θυσίας και των ανθρώπων που πέρασαν από αυτόν τον τόπο.
Η Ναταλία Μπάκα κινείται στη σκηνή σαν μια σκιά. Είναι παρούσα και απούσα ταυτόχρονα. Εμφανίζεται και εξαφανίζεται, άλλοτε μιλά και άλλοτε παραμένει σιωπηλή. Η παρουσία της λειτουργεί σαν μια ανάμνηση που επιστρέφει, σαν κάτι που δεν έχει φύγει ποτέ πραγματικά. Η κίνησή, που φέρει τη δική της υπογραφή, προσθέτει μια ποιητική διάσταση στην παράσταση και συνδέει τα σώματα με τον χώρο.



Σταδιακά γίνεται φανερό πως πάνω στη σκηνή δεν υπάρχουν μόνο πρόσωπα. Υπάρχουν διαφορετικές γενιές ανθρώπων που συνυπάρχουν και συνομιλούν. Οι ζωντανοί και οι απόντες, το παρελθόν και το παρόν, η μνήμη και η πραγματικότητα.
Η παράσταση μιλά τελικά για όλους εκείνους που ήρθαν και έφυγαν, για εκείνους που άφησαν πίσω τους έργα, παιδιά, ιστορίες και σημάδια. Μια ζωή γίνεται πολλές ιστορίες και μια ιστορία γίνεται πολλές ζωές. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου: κάθε καρπός είναι μοναδικός, αλλά όλοι μαζί συνθέτουν την εικόνα ενός ολόκληρου τόπου.
Η δύναμη της παράστασης βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο συνομιλεί με την αρχαία παράδοση του τόπου. Η στιγμή όπου ο μονόλογος του Αγγελιαφόρου από την έναρξη του Αγαμέμνονα συναντά τον λόγο του πρωταγωνιστή είναι από τις πιο δυνατές δραματουργικά στιγμές. Δεν πρόκειται απλώς για μια αναφορά στην αρχαία τραγωδία, αλλά για μια ουσιαστική συνάντηση δύο κόσμων. Ο αρχαίος λόγος και η σύγχρονη αφήγηση ενώνονται γύρω από μια κοινή ανθρώπινη αγωνία: την ανάγκη για λύτρωση από τα βάσανα του καθημερινού αγώνα.






Εκεί ακριβώς η παράσταση υπερβαίνει τα όρια μιας τοπικής ιστορίας. Η ζωή των ανθρώπων που καλλιέργησαν τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου γίνεται μέρος μιας μεγαλύτερης αφήγησης για τον άνθρωπο, τον μόχθο, την απώλεια και την επιθυμία να αφήσουμε κάτι πίσω μας. Γιατί κάθε τόπος δεν αποτελείται μόνο από χώμα και κτίσματα. Αποτελείται από τις ιστορίες όσων έζησαν σε αυτόν.
Τα πορτοκάλια λειτουργούν ως το κεντρικό σύμβολο της παράστασης. Είναι ο καρπός της γης, αλλά ταυτόχρονα είναι η ίδια η ζωή των ανθρώπων που τα καλλιέργησαν. Μέσα τους κλείνουν οι κόποι, οι αγωνίες, οι ανταγωνισμοί, οι χαρές και οι απώλειες. Η πεποίθηση πως «τα δικά μας είναι καλύτερα από των άλλων», πως είναι πιο γλυκά, πιο τρυφερά, δεν αφορά μόνο έναν καρπό. Αφορά την ανάγκη κάθε ανθρώπου να αισθανθεί πως ο δικός του τόπος, η δική του ιστορία, η δική του ζωή έχουν αξία.


Η παράσταση μιλά τελικά για τις ρίζες μας. Για τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος παραμένει δεμένος με τον τόπο από τον οποίο ξεκίνησε. Οι ρίζες είναι η οικογένεια και η μνήμη, ο κορμός είναι η προσωπική μας διαδρομή, τα κλαδιά οι στόχοι μας, τα φύλλα οι άνθρωποι που συναντάμε και οι καρποί όσα δημιουργούμε και αφήνουμε πίσω μας. Όλοι κάποια στιγμή απομακρυνόμαστε, αλλά όλοι κουβαλάμε μέσα μας το πρώτο χώμα που μας διαμόρφωσε.
Η μουσική του Φώτη Σιώτα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της αφήγησης. Άλλοτε ήπια και νοσταλγική, σαν μια ανάμνηση που επιστρέφει αργά, άλλοτε με ένταση και δραματικότητα, ακολουθεί τις μεταπτώσεις της ιστορίας και των ανθρώπων. Δεν συνοδεύει απλώς τις σκηνές· συνομιλεί μαζί τους. Η παρουσία των μουσικών επί σκηνής –του Φώτη Σιώτα, του Δημήτρη Χατζηζήση και του Γιώργου Θεοδωρόπουλου– δίνει έναν ιδιαίτερο παλμό στην παράσταση. Η μουσική γεννιέται μπροστά στα μάτια του θεατή και γίνεται μέρος της δράσης, σαν να ανήκει οργανικά στον ίδιο τον τόπο.
Αγνοούν πως το άρωμα και η γεύση κάνει τον έρωτα στο πορτοκάλι και αυτό υπάρχει μόνο στην Πελοπόννησο, άντε και στην Άρτα.



Οι φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα αξιοποιούν με εξαιρετικό τρόπο τόσο τη σκηνή όσο και το φυσικό τοπίο της Παλαιάς Επιδαύρου. Ιδιαίτερα οι αστραπές που φωτίζουν στιγμιαία το πέτρινο σπίτι δημιουργούν μια αίσθηση μυστηρίου και απόκοσμης παρουσίας. Το σπίτι μοιάζει για λίγο να ζωντανεύει, σαν να επιστρέφουν μέσα του όλες οι ζωές που πέρασαν.
Τα κοστούμια της Μάριας Μπαχά υπηρετούν την ίδια αισθητική λιτότητα και ποιητικότητα. Δεν λειτουργούν ως απλή ένδυση των ηρώων, αλλά ως στοιχεία που αποκαλύπτουν την εποχή, την καταγωγή και την εσωτερική τους κατάσταση. Η κίνηση της Ναταλίας Μπάκα ολοκληρώνει αυτή την εικόνα, καθώς δίνει στα σώματα μια ιδιαίτερη σχέση με τον χώρο και τη μνήμη.
Η τελευταία εικόνα της παράστασης παραμένει ίσως η πιο δυνατή. Οι ηθοποιοί μπαίνουν στο σπίτι και στέκονται ακίνητοι: τρεις στην πόρτα και τρεις στο παράθυρο. Για μια στιγμή μοιάζουν με οικογενειακή φωτογραφία μιας άλλης εποχής, από εκείνες που μένουν μέσα στα σπίτια ακόμη κι όταν οι άνθρωποι που απεικονίζουν έχουν φύγει.



Η μπλε σακούλα, η νάιλον, η περιφρονημένη. Το βλέπεις, δεν το κρύβει. Δεν το δείχνει. Το πηγαίνει και το φέρνει. Ωραία που κυλάει η μπλε σακούλα στους δρόμους. Σαν την γαλάζια φυσαλίδα στο αλφάδι.
Και ίσως εκεί βρίσκεται όλη η ουσία της παράστασης. Στη συνειδητοποίηση πως οι άνθρωποι μπορεί να φεύγουν, αλλά οι τόποι θυμούνται. Θυμούνται μέσα από τα αντικείμενα, τις ιστορίες, τις μυρωδιές, τα τραγούδια και τους καρπούς της γης.
«Τα Πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου» του Θοδωρή Γκόνη είναι μια βαθιά ποιητική κατάθεση για τη μνήμη και την ανθρώπινη συνέχεια. Δεν μιλούν μόνο για τους ανθρώπους που καλλιέργησαν πορτοκαλιές. Μιλούν για όλους εκείνους που προσπάθησαν να ριζώσουν κάπου, να αγαπήσουν, να δημιουργήσουν και να αφήσουν πίσω τους κάτι από την παρουσία τους.
Φεύγοντας από την παράσταση, τα πορτοκάλια δεν είναι πια μόνο ένας καρπός. Είναι μνήμη, τόπος, οικογένεια, ιδρώτας, αίμα και χρόνος. Είναι όλα όσα μένουν όταν οι άνθρωποι έχουν πια φύγει. Γιατί, τελικά, ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο δώρο αυτής της παράστασης: μας θυμίζει πως ο άνθρωπος δεν χάνεται όσο υπάρχει κάποιος τόπος που συνεχίζει να τον θυμάται.



Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Κείμενο – Σκηνοθεσία Θοδωρής Γκόνης
Σκηνικά – Κοστούμια Μάρια Μπαχά
Μουσική σύνθεση Φώτης Σιώτας
Φωτισμοί Τάσος Παλαιορούτας
Κίνηση Ναταλία Μπάκα
Ηχολήπτης Νίκος Κόλιας
Μουσικοί επί σκηνής Φώτης Σιώτας, Δημήτρης Χατζηζήσης, Γιώργος Θεοδωρόπουλος
Παίζουν Ιωάννα Παππά, Χριστίνα Μαξούρη, Ρωξάνη Καρφή, Χάρης Χαραλάμπους – Καζέπης, Ναταλία Μπάκα, Θοδωρής Γκόνης
Βοηθός σκηνοθέτη Μαρίσα Κώνστα
Οργάνωση παραγωγής Κατερίνα Κούρτη
Εκτέλεση παραγωγής Apparat Athen / Νικόλας Χανακούλας












