
«Τάμα»: Κριτική Παράστασης
✒️Γράφει: Σωτήρης Σουλούκος
Παρακολουθήσαμε την παράσταση «Τάμα» στο Σύγχρονο Θέατρο και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.
Τι είναι τελικά ένα τάμα; Μια πράξη πίστης; Μια ανάγκη του ανθρώπου να ελπίζει; Ή μια σιωπηλή συμφωνία με κάτι ανώτερο; Η παράσταση «Τάμα» προσεγγίζει αυτή τη βαθιά ριζωμένη ελληνική και πανανθρώπινη συνήθεια όχι λαογραφικά ή επιφανειακά, αλλά ως μια ανθρώπινη ανάγκη που περνά μέσα από τον φόβο, την απώλεια, την επιθυμία και την αγωνία για το μέλλον.
Η ανάγκη της σωτηρίας, η ανάγκη της δημιουργίας ζωής, η ανάγκη της αποκατάστασης της υγείας, προσωπικές και βαθιά υποκειμενικές επιθυμίες, περνούν μέσα από τις ιστορίες της παράστασης και μετατρέπουν το τάμα σε κάτι πολύ περισσότερο από μια θρησκευτική πράξη. Γίνεται μια ανθρώπινη ανάγκη· μια προσπάθεια να κρατηθεί κάποιος όρθιος απέναντι στον φόβο, στην απώλεια και στο άγνωστο.
Μπροστά στην απόλυτη αδυναμία του ανθρώπου απέναντι στη φύση, στον θάνατο ή στη μοίρα, η προσευχή μοιάζει πολλές φορές να είναι η μοναδική ελπίδα. Πολλές φορές η επίκληση προς το θείο δεν λειτουργεί μόνο ως πράξη πίστης, αλλά ως μια κραυγή επιβίωσης. Μια ανάγκη να κρατηθεί ζωντανή η ελπίδα απέναντι στον κίνδυνο που παραμονεύει. Η πολυφωνία που συνοδεύει ορισμένες από αυτές τις στιγμές δημιουργεί μια αίσθηση τελετουργίας, σαν να παρακολουθούμε μια συλλογική προσευχή ανθρώπων που αρνούνται να χαθούν.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η αναφορά στα αρχαία αναθήματα και στα σύγχρονα τάματα, που συνδέει δύο κόσμους φαινομενικά μακρινούς, αλλά στην ουσία τόσο κοντινούς. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, ο άνθρωπος συνεχίζει να αναζητά έναν τρόπο να αφήσει κάπου τον φόβο, την αγωνία ή την επιθυμία του. Να απευθυνθεί σε κάτι ανώτερο, ελπίζοντας πως κάποιος θα τον ακούσει. Η ανάγκη αυτή παραμένει βαθιά ανθρώπινη και διαχρονική.
Η παράσταση θέτει και πιο δύσκολα ερωτήματα. Τι συμβαίνει όταν κάποιος άλλος κάνει τάμα για εμάς; Όταν η ζωή μας βρίσκεται μέσα στην πίστη, στην αγωνία ή στην επιθυμία ενός άλλου ανθρώπου; Ποιος σώζεται τελικά και ποιος όχι; Οι ιστορίες δεν βιάζονται να δώσουν απαντήσεις. Αντίθετα, αφήνουν χώρο για σκέψη γύρω από τη λεπτή σχέση ανάμεσα στη μοίρα, στην πίστη και στην ανάγκη του ανθρώπου να προστατεύσει εκείνους που αγαπά.
Σε άλλες στιγμές, το τάμα μοιάζει σχεδόν με μια αμοιβαία συμφωνία. Η σωτηρία ενός αγαπημένου προσώπου συνδέεται με μια προσωπική παραχώρηση, μια θυσία ή μια υπόσχεση που δεσμεύει βαθιά εκείνον που την κάνει. Η ανάγκη να διαπραγματευτεί κανείς με το θείο, να επηρεάσει έστω και για λίγο το μέλλον ή να αποτρέψει τον πόνο, διαπερνά αυτές τις ιστορίες με ένταση. Εκεί, το τάμα παύει να είναι μόνο πράξη πίστης και γίνεται πράξη αγάπης, φόβου και απόγνωσης μαζί.
Αυτό που κάνει την παράσταση να ξεχωρίζει είναι ότι δεν αντιμετωπίζει το τάμα ως κάτι γραφικό ή ξεπερασμένο. Αντίθετα, το προσεγγίζει με σεβασμό απέναντι στις λαϊκές αντιλήψεις και στους ανθρώπους, που έμαθαν να ζουν με την πίστη ως στήριγμα. Οι ήρωες της παράστασης δεν ζητούν απλώς κάτι· προσφέρουν κιόλας κάτι από τον εαυτό τους. Ένα δώρο με αντάλλαγμα ένα άλλο δώρο. Μια αμοιβαία δέσμευση. Κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις. Κάτι δίνεις, κάτι παίρνεις.
Οι εξαιρετικές Μαρία Προϊστάκη, Φανή Παναγιωτίδου και Χρύσα Κοτταράκου κινούνται με εντυπωσιακή άνεση από ιστορία σε ιστορία και από ρόλο σε ρόλο. Με σεβασμό, ακρίβεια και αίσθηση μέτρου, αποδίδουν διαφορετικούς ανθρώπους και διαφορετικές εποχές χωρίς υπερβολές. Οι μεταβάσεις τους είναι οργανικές, σχεδόν αόρατες, επιτρέποντας στις ιστορίες να ρέουν φυσικά.
Ο Γιώργος Χριστοδούλου καταφέρνει να ενώσει διαφορετικές αφηγήσεις, πρόσωπα και εποχές σε μια παράσταση που κυλά με φυσικότητα και αμεσότητα. Οι ιστορίες μοιάζουν σαν να βγαίνουν από συλλογικές μνήμες, από αφηγήσεις ανθρώπων της υπαίθρου, της θάλασσας, της οικογένειας. Υπάρχει μια απλότητα στον τρόπο που ξεδιπλώνονται, χωρίς περιττές υπερβολές ή εύκολη συγκίνηση. Ακόμη και οι πιο σκληρές στιγμές αφήνονται να λειτουργήσουν ήσυχα, σχεδόν υπόγεια.
Η σκηνοθεσία ισορροπεί διαρκώς ανάμεσα στο ρεαλιστικό και στο τελετουργικό στοιχείο. Οι μεταβάσεις από ιστορία σε ιστορία γίνονται οργανικά, σαν όλες αυτές οι ζωές να συνδέονται μεταξύ τους μέσα από μια κοινή ανάγκη: να ελπίσουν. Οι εικόνες που δημιουργούνται πάνω στη σκηνή έχουν κάτι το οικείο αλλά και το συμβολικό μαζί. Υπάρχουν στιγμές που μοιάζουν σχεδόν βιωματικές, σαν να ακούμε ιστορίες ανθρώπων που έχουμε συναντήσει ή ακούσει κάποτε δίπλα μας.
Η μουσική του Νείλου Καραγιάννη λειτουργεί καθοριστικά στη συνολική ατμόσφαιρα της παράστασης. Μελετημένη και οργανωμένη με προσοχή, δεν λειτουργεί απλώς συνοδευτικά, αλλά μοιάζει να κουβαλά τη μνήμη και το συναίσθημα των ιστοριών. Άλλοτε υπογραμμίζει τη συγκίνηση και άλλοτε δημιουργεί μια αίσθηση τελετουργίας, σαν να μεταφέρει στη σκηνή κάτι από τη συλλογική μνήμη και την προφορική παράδοση του τόπου. Κάποιες στιγμές οι μουσικές επιλογές προσδίδουν μια σχεδόν μυσταγωγική διάσταση, ενισχύοντας την αίσθηση ότι οι ιστορίες αυτές έρχονται από πολύ μακριά και συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα στον χρόνο.
Το σκηνικό από Archlabyrinth δημιουργεί έναν χώρο ανοιχτό σε πολλαπλές αναγνώσεις. Άλλοτε θυμίζει παραδοσιακό ελληνικό χωριό, άλλοτε καράβι χαμένο στη θάλασσα, άλλοτε τόπο πανηγυριού ή προσκυνήματος. Έναν τόπο γνώριμο αλλά και ονειρικό, σαν να αιωρείται ανάμεσα στο πραγματικό και στο συμβολικό. Η σκηνή μοιάζει να κουβαλά ιστορίες ανθρώπων που πέρασαν από εκεί, άφησαν κάτι πίσω τους και συνέχισαν. Δημιουργείται έτσι η αίσθηση ενός «μαγικού» τόπου, όπου ο χρόνος δεν είναι συγκεκριμένος· όλα θα μπορούσαν να έχουν συμβεί παλιά, αλλά και σήμερα.
Τα ενδύματα, επιμέλεια του Γιώργου Χριστοδούλου, κινούνται με σεβασμό απέναντι στην ελληνική παράδοση, χωρίς όμως να εγκλωβίζονται σε μια αυστηρά λαογραφική αισθητική. Αντίθετα, προσαρμόζονται οργανικά στο σήμερα, γεφυρώνοντας το παρελθόν με το παρόν. Μέσα από τις υφές, τις γραμμές και τις λεπτομέρειές τους, βοηθούν να δημιουργηθεί ο κόσμος της παράστασης και να αποδοθεί η αίσθηση του τόπου και του χρόνου όπου εκτυλίσσονται οι ιστορίες. Έχουν μια απλότητα που δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει, αλλά να υπηρετήσει αθόρυβα τους ανθρώπους και τις μνήμες που κουβαλούν.
Η παράσταση αφήνει τελικά την αίσθηση μιας συλλογικής εξομολόγησης. Γιατί πίσω από κάθε τάμα κρύβεται ο ίδιος φόβος: ότι ο άνθρωπος μόνος του δεν αρκεί. Και ίσως γι’ αυτό συνεχίζει να ελπίζει, να προσεύχεται και να υπόσχεται.
Εγώ δεν ξέρω καμία προσευχή! Μία! Το πάτερ ημών! […] Χρειάζομαι ένα άνευ όρων «ναι», που μοιάζει με αγάπη. Προσευχή δεν ξέρω καμία! Με ακούει κανείς; Μ ‘ακούς;
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ: ΕΔΩ
Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Σκηνοθεσία/Κείμενο: Γιώργος Χριστοδούλου
Επιμέλεια κοστουμιών: Γιώργος Χριστοδούλου
Σκηνικά: Archlabyrinth
Φωτογραφίες: Δομνίκη Μητροπούλου
Σχεδιασμός φωτισμών: Ναυσικά Χριστοδουλάκου
Επιμέλεια μουσικής – Σύνθεση: Νείλος Καραγιάννης
Γραφιστικά: Μαργαρίτα Τζαννέτου
Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη
Εκτέλεση παραγωγής & social media: Γεωργία Γιαννουλάκη
Διεύθυνση παραγωγής: Αντώνης Λάμπρος
Ερμηνευτές: Μαρία Προϊστάκη, Φανή Παναγιωτίδου, Χρύσα Κοτταράκου











