
«Του Αγοριού Απέναντι»: Κριτική Παράστασης
✒️ Γράφει: Σωτήρης Σουλούκος
Video – Φωτογραφίες ©: Ιωάννης Αρμυριώτης & Allaboutarts.gr
Παρακολουθήσαμε την παράσταση «Του Αγοριού Απέναντι» στο Θέατρο Άλσος και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.






Τραγούδι, γέλιο και διασκέδαση: Μια παράσταση που ζεσταίνει την καρδιά
Τραγούδι, μουσική και μια ευχάριστη διάθεση που σε παρασύρει από την πρώτη στιγμή. Μια παράσταση με γρήγορο ρυθμό, συνεχείς εναλλαγές και εκείνη τη γλυκιά αίσθηση που έχεις όταν φεύγεις από το θέατρο έχοντας περάσει πραγματικά καλά. Η σκηνή μετατρέπεται σε έναν κόσμο γεμάτο χρώμα, μουσική, κίνηση και εικόνες. Μια ιστορία που στηρίζεται επάνω σε ελληνικές ταινίες μιας ολόκληρης εποχής, τότε που ο ελληνικός κινηματογράφος γνώριζε ημέρες μεγάλης ακμής. Χωρίς να προσπαθεί να αναπαραγάγει μηχανικά το παρελθόν, η παράσταση συνομιλεί μαζί του, το θυμάται, το σχολιάζει και το μεταφέρει στο σήμερα. Και το κάνει με χιούμορ.
Η μουσική του Μίμη Πλέσσα αποτελεί έναν από τους μεγάλους πρωταγωνιστές της παράστασης. Τραγούδια που έχουν περάσει από γενιά σε γενιά, με στίχους των Λευτέρη Παπαδόπουλου, Κώστα Πρετεντέρη, Άκη Δασκαλόπουλου, Γιάννη Δαλιανίδη, Δημήτρη Χριστοδούλου, Ηλία Λυμπερόπουλου και Δανάης Στρατηγοπούλου, άλλοτε διασκευασμένα και άλλοτε ανέγγιχτα, επιστρέφουν στη σκηνή. Και αυτή ακριβώς είναι η γοητεία τους.
Είναι τραγούδια που δεν χρειάζονται συστάσεις. Τα γνωρίζουν οι μεγαλύτεροι, τα έχουν ακούσει οι νεότεροι και, όταν αρχίζουν να ακούγονται, υπάρχει εκείνη η παράξενη θεατρική στιγμή κατά την οποία το κοινό γίνεται ξαφνικά μια ενιαία παρέα. Κάποιοι τραγουδούν, κάποιοι χαμογελούν, άλλοι θυμούνται. Η μουσική δεν λειτουργεί απλώς ως συνοδευτικό στοιχείο της ιστορίας. Είναι ο συνδετικός της ιστός.
Και η ζωντανή ορχήστρα, υπό τη διεύθυνση του Γιάννη Δίσκου, υπηρετεί με συνέπεια αυτό το μουσικό σύμπαν: Κώστας Βέττας σε μπουζούκι και ακουστική κιθάρα, Αλέξανδρος Σοφός στο μπουζούκι, Γιώργος Τσιατσούλης στο ακορντεόν, Σωτήρης Ντούβας στα τύμπανα, Παρασκευή Κουτάλου στο μπάσο, Κώστας Συντρίδης στο πιάνο, Μηνάς Λιάκος στις κιθάρες και Ρενάτο Κούσι σε τρομπόνι και κρουστά.









Η παράσταση δεν περιορίζεται στη σκηνική αναβίωση μιας άλλης εποχής. Η τεχνολογία μπαίνει δημιουργικά στο παιχνίδι. Τα 3D videos του Χρήστου Μαγγανά, με τη συμβολή της τεχνητής νοημοσύνης, δημιουργούν εικόνες που ανοίγουν το σκηνικό σύμπαν και προσθέτουν μια κινηματογραφική διάσταση. Είναι σαν να ανοίγει ξαφνικά ένα παράθυρο και να περνά στη σκηνή ένας άλλος κόσμος.
Τα πολυμορφικά σκηνικά του Γιάννη Μουρίκη βοηθούν σημαντικά σε αυτή τη διαρκή μεταμόρφωση, ενώ τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη, με σεβασμό στην εποχή που αποτελεί το αισθητικό υπόβαθρο της ιστορίας, συμπληρώνουν την εικόνα χωρίς να μοιάζουν μουσειακά. Αντίθετα, όλα υπηρετούν έναν κοινό στόχο: να δημιουργηθεί ένας κόσμος οικείος και ταυτόχρονα καινούργιος.






Οι χορογραφίες του Δημήτρη Παπάζογλου δίνουν στην παράσταση έναν ακόμη ρυθμό. Είκοσι εξαιρετικοί χορευτές γεμίζουν τη σκηνή, δημιουργώντας εικόνες που λειτουργούν άλλοτε ως αυτόνομο θέαμα και άλλοτε ως οργανικό κομμάτι της αφήγησης. Η κίνηση δεν σταματά. Η παράσταση διατηρεί έναν υψηλό παλμό και αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που την κρατούν ζωντανή.
Στην ομάδα συμμετέχουν οι Αναστασία Καλογεροπούλου, Κατερίνα Καραγιαννίδη, Ασημένια Κεσίδου, Έλενα Μαυρομανωλάκη, Ναταλία Μαρτίνη, Βιργινία Μορόμαλου, Δώρα Μπηλιώνη, Νεφέλη Σκοπετέα, Αντριάννα Στεργιούλη, Αντιγόνη Χρόνη, Κωνσταντίνος Δάφνης, Γρηγόρης Δεληγιαννίδης, Κωνσταντίνος Κατσούδας, Ηλίας Μανιατόπουλος, Δαμιανός Μέτσο, Γιώργος Παπαδόπουλος, Σαράντης Ρεΐσης, Γιώργος Σέρτσας, Πάρης Χαλάτσης και Κωνσταντίνος Χατζίδης.






Οι Μιχάλης Ρέππας και Θανάσης Παπαθανασίου στη σκηνοθεσία γνωρίζουν καλά τον μηχανισμό της κωμωδίας και εδώ τον αφήνουν να λειτουργήσει με ταχύτητα, αλλά όχι εις βάρος της ιστορίας. Ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία της σκηνοθετικής προσέγγισης είναι ότι δεν περιορίζει τη δράση μόνο στο βάθος της σκηνής. Η παράσταση αξιοποιεί ολόκληρο τον θεατρικό χώρο, φτάνοντας μέχρι την πλατεία, δημιουργώντας έτσι μια πιο άμεση σχέση με το κοινό. Και αυτή η επικοινωνία είναι καθοριστική. Οι ηθοποιοί δεν μοιάζουν να βρίσκονται απλώς απέναντι από τους θεατές. Τους παίρνουν μαζί τους στην ιστορία. Το βλέμμα, οι ατάκες, οι κινήσεις, το τραγούδι λειτουργούν σαν μικρές γέφυρες ανάμεσα στη σκηνή και την πλατεία.
Το μεγάλο ατού της παράστασης είναι αναμφίβολα ο θίασός της. Ένα πολυπρόσωπο σύνολο με διαφορετικές υποκριτικές καταβολές και σκηνικές ποιότητες, που βρίσκει κοινό κώδικα και υπηρετεί τον γρήγορο ρυθμό της κωμωδίας. Η επιτυχία, άλλωστε, μιας παράστασης που βασίζεται στις ανατροπές, στις παρεξηγήσεις και στις συνεχείς συναντήσεις των προσώπων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη χημεία των ηθοποιών. Και εδώ αυτή η χημεία είναι εμφανής.
Ο Αλέξης Γεωργούλης, στον ρόλο του Δημήτρη, είναι γοητευτικός και εξαιρετικά άνετος σκηνικά. Διαθέτει εκείνο το είδος παρουσίας που δεν χρειάζεται υπερβολές για να γίνει αισθητό. Με φυσικότητα στον λόγο και στις αντιδράσεις του, αφήνει τις κωμικές καταστάσεις να λειτουργήσουν χωρίς να τις υπογραμμίζει περισσότερο από όσο χρειάζεται. Το μέτρο στην ερμηνεία του γίνεται έτσι ένα από τα δυνατά της σημεία.
Η Ναταλία Δραγούμη, ως Καρολάιν, επιβεβαιώνει την υποκριτική της ευελιξία. Με εμπειρία και σκηνική αυτοπεποίθηση, χειρίζεται τις διαφορετικές αποχρώσεις του ρόλου χωρίς να εγκλωβίζεται σε έναν μόνο τόνο. Γνωρίζει πότε να ανεβάσει την ένταση μιας σκηνής και πότε να υποχωρήσει, αφήνοντας χώρο στους συμπρωταγωνιστές της. Η ακρίβεια στις αντιδράσεις και η αίσθηση του ρυθμού κάνουν την παρουσία της ουσιαστική μέσα στο σύνολο.
Ο Γιάννης Τσιμιτσέλης, στον ρόλο του Κωσταντή, έχει έναν προσωπικό τρόπο να προσεγγίζει την κωμωδία. Δεν αναζητά το γέλιο μόνο στην ατάκα, αλλά και στην παύση, στην έκφραση, στο βλέμμα και στον τρόπο με τον οποίο αντιδρά σε όσα συμβαίνουν γύρω του. Δίνει στον Κωσταντή τη δική του σκηνική ταυτότητα και αποδεικνύει πόσο αποτελεσματικό μπορεί να είναι το κωμικό στοιχείο όταν προκύπτει οργανικά από τον ίδιο τον χαρακτήρα.
Η Κατερίνα Γερονικολού, ως Ελένη, κινείται με άνεση ανάμεσα στις διαφορετικές απαιτήσεις του ρόλου της. Η ερμηνεία της διατηρεί μια ευχάριστη φυσικότητα, ακόμη και όταν οι καταστάσεις γύρω της γίνονται ολοένα περισσότερο απρόβλεπτες. Αποφεύγει την εύκολη υπερβολή και δημιουργεί έναν χαρακτήρα με καθαρή σκηνική παρουσία, ισορροπώντας αποτελεσματικά ανάμεσα στην κωμωδία και στις πιο συναισθηματικές αποχρώσεις του.
Ο Λευτέρης Ελευθερίου, στον ρόλο του Γιώργη, είναι από εκείνες τις παρουσίες που μπορούν να προκαλέσουν γέλιο πριν ακόμη ολοκληρωθεί μια ατάκα. Η εκφραστικότητα του προσώπου, η κίνηση, οι παύσεις και οι εναλλαγές στη φωνή του μετατρέπονται σε κωμικά εργαλεία. Διαθέτει ένστικτο και, κυρίως, εξαιρετική αίσθηση του χρόνου: γνωρίζει πότε να επιμείνει σε ένα εύρημα και πότε να το εγκαταλείψει. Η κωμικότητά του μοιάζει αβίαστη και αυτή ακριβώς η αίσθηση αυθορμητισμού την κάνει ακόμη πιο αποτελεσματική.
Η Κατερίνα Ζαρίφη, ως Μυρσίνη, μεταφέρει στη σκηνή την πληθωρικότητα, τον αυθορμητισμό και την επικοινωνιακή αμεσότητα που χαρακτηρίζουν την παρουσία της. Διαθέτει έντονο κωμικό ένστικτο και γνωρίζει πώς να αξιοποιεί μια ατάκα, μια έκφραση ή μια αντίδραση, δημιουργώντας άμεση επαφή με το κοινό. Η εξωστρέφειά της ταιριάζει στον χαρακτήρα της Μυρσίνης και η ίδια τη διοχετεύει με ενέργεια στη δράση, χωρίς να λειτουργεί αποκομμένα από τους συμπρωταγωνιστές της. Αντίθετα, συμμετέχει ενεργά στο κωμικό παιχνίδι της ομάδας και συμβάλλει στον ζωηρό ρυθμό της παράστασης.
Η Νίκη Λάμη, στον ρόλο της Λίζας, ακολουθεί μια διαφορετική ερμηνευτική διαδρομή. Με φυσικότητα, φρεσκάδα και ανεπιτήδευτη σκηνική παρουσία, δεν επιδιώκει να εκβιάσει την κωμική στιγμή, αλλά την αφήνει να προκύψει μέσα από τον χαρακτήρα και τις καταστάσεις στις οποίες εμπλέκεται. Η εκφραστικότητά της και η άνεση με την οποία επικοινωνεί με τους υπόλοιπους ηθοποιούς προσδίδουν στη Λίζα ζωντάνια, ενώ ιδιαίτερη αναφορά αξίζει και στις φωνητικές της δυνατότητες. Η εξαιρετική φωνή της αποτελεί μία ακόμη ευχάριστη έκπληξη και αναδεικνύει μια διαφορετική πλευρά της σκηνικής της παρουσίας. Έτσι, η Λάμη δεν λειτουργεί απλώς ως αντίστιξη στις περισσότερο εξωστρεφείς ερμηνείες, αλλά διαμορφώνει μια παρουσία με δικό της, ευδιάκριτο χαρακτήρα.
Η Σοφία Κουρτίδου, ως Κατίγκω Πάππας, εντάσσεται με άνεση στον ιδιαίτερο κόσμο της παράστασης. Διαθέτει έντονη σκηνική προσωπικότητα, την οποία όμως δεν αφήνει να υπερκαλύψει τον ρόλο. Αντιθέτως, αξιοποιεί την εκφραστικότητα, τον ρυθμό και την αμεσότητά της για να δώσει στην Κατίγκω τη δική της ταυτότητα. Η παρουσία της λειτουργεί οργανικά μέσα στο σύνολο, ενώ η ενέργειά και οι φωνητικές τις ικανότητες ενισχύουν τις σκηνές στις οποίες συμμετέχει.
Η Χριστίνα Τσάφου, ως Κυρά Σμαραγδή, φέρνει μαζί της την εμπειρία μιας ηθοποιού που γνωρίζει πολύ καλά τους μηχανισμούς της κωμωδίας. Δεν χρειάζεται να καταφύγει σε υπερβολές για να κερδίσει το γέλιο. Μια αλλαγή στην έκφραση, ένας ιδιαίτερος τονισμός ή μια μικρή παύση αρκούν για να δώσουν διαφορετική διάσταση στις ατάκες της. Η αμεσότητά της κάνει την Κυρά Σμαραγδή οικεία και αναγνωρίσιμη, ενώ η κωμικότητά της προκύπτει με εκείνη τη φαινομενική ευκολία που στην πραγματικότητα προϋποθέτει μεγάλη σκηνική εμπειρία.
Στο ίδιο κλίμα, η Μαρία Φιλίππου, ως Κυρά Βαγγέλα, δημιουργεί έναν χαρακτήρα με έντονο κωμικό αποτύπωμα. Άμεση, εκφραστική και με πολύ καλή αίσθηση του ρυθμού, αξιοποιεί τόσο τον λόγο όσο και τις αντιδράσεις της απέναντι στους υπόλοιπους χαρακτήρες. Δεν περιορίζεται στην εκφορά της ατάκας, αλλά συμμετέχει ενεργά στη δημιουργία της κωμικής κατάστασης, με αποτέλεσμα η Κυρά Βαγγέλα να αποκτά τη δική της θέση και προσωπικότητα μέσα σε έναν θίασο γεμάτο έντονους χαρακτήρες.
Ιδιαίτερα απολαυστικός είναι ο Μανώλης Κλωνάρης στον ρόλο του Αρίστου. Η αμνησία που παθαίνει ο ήρωας γίνεται η αφετηρία για μία από τις πιο εύστοχες κωμικές μεταμορφώσεις της παράστασης. Ο Αρίστος γίνεται ξαφνικά «Αριστούλα» και ο Κλωνάρης εκμεταλλεύεται αυτή την αλλαγή για να διαφοροποιήσει συνολικά τη σκηνική του συμπεριφορά. Η αφέλεια, οι απορίες, οι εκφράσεις και οι αντιδράσεις του δημιουργούν επανειλημμένα γέλιο. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν αντιμετωπίζει την «Αριστούλα» ως ένα απλό κωμικό τέχνασμα, αλλά χτίζει πάνω στην αμνησία μια διαφορετική εκδοχή του ίδιου χαρακτήρα. Με σωστό timing και εμφανή διάθεση παιχνιδιού, ο Κλωνάρης μετατρέπει αυτή την ανατροπή σε μία από τις πλέον διασκεδαστικές στιγμές της παράστασης.
Ξεχωριστή είναι και η Φαίη Φραγκαλιώτη, ως Αννούλα. Πρόκειται για μια ηθοποιό με αξιοσημείωτη ικανότητα μεταμόρφωσης, που αποφεύγει να επαναλαμβάνει έναν αναγνωρίσιμο σκηνικό εαυτό από παράσταση σε παράσταση. Κάθε ρόλος της μοιάζει να διαθέτει διαφορετικό τρόπο ομιλίας, κίνησης και παρουσίας. Και στην Αννούλα αναζητά τις ιδιαίτερες λεπτομέρειες που μπορούν να κάνουν έναν χαρακτήρα αναγνωρίσιμο, ακόμη και μέσα σε έναν πολυπρόσωπο θίασο.
Και ανάμεσά τους ο Γιώργος Λιβάνης, ο οποίος στον ρόλο του Μάριου αποτελεί μια ευχάριστη αποκάλυψη. Αναπόφευκτα, η φωνή του είναι από τα πρώτα στοιχεία που τραβούν την προσοχή, όμως σύντομα γίνεται φανερό ότι η συμμετοχή του δεν περιορίζεται στη μουσική του ιδιότητα. Ο Λιβάνης δείχνει υποκριτική άνεση, ανταποκρίνεται στους συμπρωταγωνιστές του και κινείται με φυσικότητα μέσα στη δράση. Το σημαντικότερο είναι ότι δεν μοιάζει με έναν τραγουδιστή που απλώς «φιλοξενείται» σε μια θεατρική σκηνή. Προσεγγίζει τον Μάριο ως ρόλο και επιχειρεί να αποτελέσει οργανικό μέρος του θιάσου. Η παρουσία του φανερώνει υποκριτικές δυνατότητες που θα είχε ενδιαφέρον να δούμε να εξελίσσονται και σε επόμενες θεατρικές δουλειές.
Τελικά, εκεί βρίσκεται και η μεγαλύτερη δύναμη της συγκεκριμένης διανομής: στη διαφορετικότητα των προσώπων της και στον τρόπο με τον οποίο αυτή μετατρέπεται σε σκηνική ενέργεια. Ορισμένοι ηθοποιοί αντλούν το κωμικό στοιχείο κυρίως από τον λόγο, άλλοι από το σώμα, τις εκφράσεις ή τις παύσεις και άλλοι από τη φυσικότητα με την οποία αφήνονται μέσα στις καταστάσεις. Οι διαφορετικές αυτές ποιότητες δεν ανταγωνίζονται μεταξύ τους· συναντιούνται και τροφοδοτούν τον ρυθμό της παράστασης. Σε μια κωμωδία με τόσα πρόσωπα, όπου εύκολα θα μπορούσε να χαθεί η ισορροπία, ο θίασος καταφέρνει να λειτουργεί συλλογικά, χωρίς οι επιμέρους ερμηνείες να χάνουν το προσωπικό τους στίγμα.






Οι φωτισμοί του Περικλή Μαθιέλη συμπληρώνουν την αισθητική της παράστασης, ενώ η συνολική σκηνική εικόνα δημιουργεί ένα θέαμα πλούσιο, χωρίς να χάνει την επαφή του με την ιστορία που αφηγείται. Και ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο.
Η παράσταση δεν προσπαθεί να αποδείξει κάτι. Δεν φοβάται να είναι διασκεδαστική. Δεν φοβάται το γέλιο, το τραγούδι, τη συγκίνηση, τη νοσταλγία.
Πατά πάνω σε μια Ελλάδα που πολλοί γνωρίζουν μέσα από τις ταινίες, τα τραγούδια και τις ιστορίες της, αλλά ταυτόχρονα χρησιμοποιεί σύγχρονα σκηνικά μέσα για να την παρουσιάσει με φρέσκια ματιά. Έχει ρυθμό. Έχει μουσική. Έχει χορό. Έχει χιούμορ. Και, κυρίως, έχει ένα καστ που φαίνεται να απολαμβάνει αυτό που κάνει. Στο τέλος, αυτό περνά και στην πλατεία.
Γιατί υπάρχουν παραστάσεις που πηγαίνεις για να θαυμάσεις. Υπάρχουν άλλες που πηγαίνεις για να προβληματιστείς. Και υπάρχουν κι εκείνες που, όταν τελειώνουν, συνειδητοποιείς ότι για δύο και πλέον ώρες απλώς διασκέδασες.
Αυτή είναι μία από αυτές. Και αν το βράδυ στο Άλσος έχει λίγη δροσιά, η ζακέτα είναι απαραίτητη. Για την καρδιά, όμως, μάλλον δεν θα χρειαστείτε τίποτα.


ΔΥΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ: ΕΔΩ
Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ: ΜΙΜΗΣ ΠΛΕΣΣΑΣ
ΣΤΙΧΟΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ: ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
ΚΩΣΤΑΣ ΠΡΕΤΕΝΤΕΡΗΣ – ΑΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ – ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΙΑΝΙΔΗΣ – ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ – ΗΛΙΑΣ ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ – ΔΑΝΑΗ ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΥ
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΡΕΠΠΑΣ – ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
ΧΟΡΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΙΣΚΟΣ
ΣΚΗΝΙΚΑ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΥΡΙΚΗΣ
VIDEO ART: ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΓΓΑΝΑΣ
ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΟΣ: ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΑΜΗ
ΦΩΤΙΣΜΟΙ: ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΑΘΙΕΛΗΣ
ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ: ΑΚΗΣ ΔΕΙΞΙΜΟΣ – ΣΟΦΙΑ ΚΟΥΡΤΙΔΟΥ
ΒΟΗΘΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ: ΒΙΚΥ ΠΑΣΤΡΑ
ΒΟΗΘΟΣ ΧΟΡΟΓΡΑΦΟΥ: ΜΑΡΙΑ ΓΕΡΟΔΗΜΟΥ
ΒΟΗΘΟΣ ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΟΥ: ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΒΟΗΘΟΣ ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΟΥ: ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΤΑΥΡΙΔΟΥ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΦΑΜΑΝΩΛΗΣ
ΔΙΑΝΟΜΗ:
ΔΗΜΗΤΡΗΣ: ΑΛΕΞΗΣ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗΣ
ΚΑΡΟΛΑΙΝ: ΝΑΤΑΛΙΑ ΔΡΑΓΟΥΜΗ
ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΜΙΤΣΕΛΗΣ
ΕΛΕΝΗ: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΕΡΟΝΙΚΟΛΟΥ
ΓΙΩΡΓΗΣ: ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
ΜΥΡΣΙΝΗ: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΖΑΡΙΦΗ
ΛΙΖΑ: ΝΙΚΗ ΛΑΜΗ
ΚΑΤΙΓΚΩ ΠΑΠΠΑΣ: ΣΟΦΙΑ ΚΟΥΡΤΙΔΟΥ
ΚΥΡΑ ΣΜΑΡΑΓΔΗ: ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΤΣΑΦΟΥ
ΚΥΡΑ ΒΑΓΓΕΛΑ: ΜΑΡΙΑ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
ΑΡΙΣΤΟΣ: ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΛΩΝΑΡΗΣ
ΑΝΝΟΥΛΑ: ΦΑΙΗ ΦΡΑΓΚΑΛΙΩΤΗ
Ο ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΒΑΝΗΣ ΣΤΟ ΡΟΛΟ ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ
ΜΟΥΣΙΚΟΙ:
Μπουζούκι & Ακουστική Κιθάρα: Κώστας Βέττας
Μπουζούκι: Αλέξανδρος Σοφός
Ακορντεόν: Γιώργος Τσιατσούλης
Τύμπανα: Σωτήρης Ντούβας
Μπάσο: Παρασκευή Κουτάλου
Πιάνο: Κώστας Συντρίδης
Κιθάρες: Μηνάς Λιάκος
Τρομπόνι & Κρουστά: Ρενάτο Κούσι
ΧΟΡΕΥΤΕΣ: Καλογεροπούλου Αναστασία, Καραγιαννίδη Κατερίνα, Κεσίδου Ασημένια, Μαυρομανωλάκη Έλενα, Μαρτίνη Ναταλία, Μορόμαλου Βιργινία, Μπηλιώνη Δώρα, Σκοπετέα Νεφέλη, Στεργιούλη Αντριάννα, Χρόνη Αντιγόνη, Δάφνης Κωνσταντίνος, Δεληγιαννίδης Γρηγόρης, Κατσούδας Κωνσταντίνος, Μανιατόπουλος Ηλίας, Μέτσο Δαμιανός, Παπαδόπουλος Γιώργος, Ρεΐσης Σαράντης, Σέρτσας Γιώργος, Χαλάτσης Πάρης, Χατζίδης Κωνσταντίνος
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ & ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΑ MEDIA: MK GROUP OF COMPANIES
ΕΛΕΝΗ ΤΩΡΟΥ – ΕΛΕΝΗ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ
SOCIAL MEDIA: ΚΑΛΛΗ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ – POP COMMUNICATIONS
PROJECT MANAGER: ΜΑΝΟΣ ΜΑΓΙΑΤΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΑΡΟΣΟΥΛΗΣ
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: MK GROUP OF COMPANIES: ΗΛΙΑΣ ΜΑΡΟΣΟΥΛΗΣ, ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΟΤΑΡΙΔΗΣ












