
«Τρωάδες» | Επίδαυρος: Κριτική Παράστασης
✒️ Γράφει: Dr. Σωτήρης Σουλούκος
Φωτογραφίες ©: Ιωάννης Αρμυριώτης
Παρακολουθήσαμε την πρεμιέρα της παράστασης «Τρωάδες» στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.



Τρωάδες – Εκείνοι που δεν πολεμούν είναι οι πρώτοι που χάνουν τα πάντα
Οι «Τρωάδες» της Ελένης Ευθυμίου αρχίζουν με παιδιά που παίζουν. Διαλέγουν ρόλους, γίνονται ο Απόλλωνας, η Αθηνά, γελούν, τρέχουν, επινοούν έναν κόσμο όπου ο πόλεμος δεν είναι παρά ένα παιχνίδι. Γύρω τους βρίσκονται άνθρωποι με αναπηρία και γυναίκες· όσοι έμειναν πίσω, επειδή δεν μπορούσαν ή δεν έπρεπε να πολεμήσουν. Για λίγες στιγμές η ζωή μοιάζει φυσιολογική. Ύστερα, χωρίς καμία προειδοποίηση, όλα ανατρέπονται. Μια πληγή ανοιχτή και όλα ξεκινούν.
Οι στρατιώτες εισβάλλουν στη σκηνή ντυμένοι στα μαύρα, με καλυμμένα πρόσωπα, σαν να μην έχουν ταυτότητα. Δεν είναι πρόσωπα· είναι ο ίδιος ο πόλεμος. Καταλαμβάνουν την πόλη, σηκώνουν το λάβαρό τους στο υψηλότερο σημείο και επιτηρούν όσους απέμειναν ζωντανοί. Οι κραυγές αντικαθιστούν το γέλιο των παιδιών. Τα σώματα κακοποιούνται, οι γυναίκες αρπάζονται, οι αδύναμοι εξευτελίζονται. Μέσα σε λίγα λεπτά, το παιχνίδι γίνεται πραγματικότητα.
Όποιος έσπειρε θάνατο, θάνατο θα θερίσει! – Χορός
Εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να μη σκεφτώ πόσα παιδιά, σε κάθε εποχή, έπαιζαν ανέμελα μέχρι τη στιγμή που ένας πόλεμος διέκοψε βίαια την παιδική τους ηλικία. Ο Ευριπίδης αναφέρεται στην Τροία. Η σκηνοθεσία, όμως, κάνει λόγο για κάθε τόπο όπου η βία εισβάλλει στην καθημερινότητα και μετατρέπει τους ανθρώπους σε αριθμούς, σε λάφυρα, σε απώλειες.



Αυτό είναι ίσως και το πιο ουσιαστικό επίτευγμα της παράστασης. Δεν αφηγείται την ιστορία των ηρώων. Δεν ενδιαφέρεται για εκείνους που κέρδισαν τον πόλεμο. Στρέφει το βλέμμα στους ανθρώπους που συνήθως μένουν στο περιθώριο της Ιστορίας: στις γυναίκες που γίνονται αντικείμενα ανταλλαγής, στα παιδιά που θεωρούνται επικίνδυνα επειδή μπορεί κάποτε να ζητήσουν εκδίκηση, στους ανθρώπους με αναπηρία που αντιμετωπίζονται ως άχρηστοι.
Μετά την άλωση της Τροίας, οι γυναίκες παύουν να αντιμετωπίζονται ως άνθρωποι. Τα σώματά τους αποκτούν αξία μόνο ως λάφυρα. Κάποιος μπορεί να τις μοιράσει, να τις πουλήσει, να τις παντρέψει χωρίς τη θέλησή τους ή να τις κακοποιήσει. Η παράσταση δεν ωραιοποιεί αυτή την πραγματικότητα. Την παρουσιάζει με σκληρότητα, αλλά και με αξιοπρέπεια. Οι γυναίκες αυτές όμως δεν είναι παθητικά θύματα. Αντιστέκονται. Υψώνουν τη φωνή τους, ακόμη κι όταν γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να αλλάξουν τη μοίρα τους. Η αντίστασή τους βρίσκεται στην αξιοπρέπεια με την οποία υπερασπίζονται ό,τι απέμεινε από την ανθρώπινη υπόστασή τους.
Και έτσι βρισκόμαστε εδώ. Σε αναμονή, σε αυτή εδώ την τρύπα που κάποτε ήταν το κέντρο του κόσμο και περιμένουμε. Περιμένουμε. Περιμένουμε! Και ο χρόνος χωρίς να ξέρουμε ποια μέρα ξημερώνει για εμάς. Περιμένουμε! Περιμένουμε! – Χορός



Δεν έχω πια δάκρυα να κλάψω την πατρίδα μου την χαμένη, τα παιδιά μου, τον άντρα μου. Μεγαλεία των προγόνων μου […] Όλη αυτή η έπαρση, τα πλούτη, οι χαρές ήταν ένα τίποτα. Δεν μπορώ να σταματήσω να μιλάω. Δεν μπορώ να σωπάσω. Οι λέξεις είναι πιο όμορφες από την σιωπή. – Εκάβη (Λυδία Φωτοπούλου)
Η Εκάβη αντιλαμβάνεται σταδιακά ότι όλη η δύναμη, η εξουσία και η δόξα της Τροίας δεν ήταν παρά μια ψευδαίσθηση. Μπροστά στην απώλεια των παιδιών της και στην κατάρρευση της πόλης, κάθε μεγαλείο αποδεικνύεται εύθραυστο. Οι ανακοινώσεις που ακούγονται από τα μεγάφωνα δημιουργούν την αίσθηση ενός σύγχρονου στρατοπέδου συγκέντρωσης. Οι αιχμάλωτοι περιμένουν να πληροφορηθούν σε ποιον θα «ανήκουν». Ο πόλεμος αλλάζει εποχές, αλλά όχι πρόσωπο.
Η Λυδία Φωτοπούλου προσεγγίζει την Εκάβη με αξιοθαύμαστη οικονομία μέσων. Δεν αναζητά τις μεγάλες εξάρσεις ούτε επιχειρεί να επιβάλει τον πόνο της με ένταση. Αντίθετα, αφήνει τη σιωπή να μιλήσει. Από την πρώτη στιγμή μοιάζει με άνθρωπο που έχει ήδη χάσει τα πάντα και προσπαθεί απλώς να σταθεί όρθιος. Οι κινήσεις των χεριών της, το βάρος που κουβαλά στους ώμους και το βλέμμα που αρνείται να χαμηλώσει συνθέτουν μια Εκάβη βαθιά ανθρώπινη. Ακόμη και όταν βρίσκεται απέναντι στον Ταλθύβιο ή στον Μενέλαο, δεν εκλιπαρεί. Υπερασπίζεται τη μνήμη των παιδιών της και την αξιοπρέπεια ενός λαού που ηττήθηκε. Στο τέλος δεν είναι οι κραυγές της που συγκλονίζουν· είναι η σιωπηλή της κατάρρευση.
Έχει ποτέ ο πόλεμος λογική; – Εκάβη (Λυδία Φωτοπούλου)



Η Ανδρομάχη της Εύης Σαουλίδου κινείται ανάμεσα στον φόβο και στη μητρική αποφασιστικότητα. Δεν παρουσιάζεται ως ηρωίδα, αλλά ως μια γυναίκα που γνωρίζει ότι δεν μπορεί να αλλάξει τη μοίρα της και παρ’ όλα αυτά παλεύει μέχρι την τελευταία στιγμή για το παιδί της. Οι σκηνές με τον μικρό Αστυάνακτα έχουν μια απλότητα που τις κάνει ακόμη πιο επώδυνες. Ένα χάδι, μια αγκαλιά, μια στιγμή που ξαπλώνει δίπλα του αρκούν για να συμπυκνώσουν ολόκληρη την τραγωδία. Εκεί ο μύθος υποχωρεί και στη θέση του εμφανίζεται κάτι οικείο: μια μητέρα που αποχαιρετά το παιδί της γνωρίζοντας πως δεν μπορεί να το προστατεύσει.
Όποιος πέθανε, είναι σαν να μην γεννήθηκε ποτέ! Δεν ζει! […] Η κόρη σου πέθανε, ναι! Είναι σαν μην γεννήθηκε ποτέ. Δεν ζει να δει τα βάσανα της. Εγώ όμως βλέπω, νιώθω την πτώση σε κάθε κύτταρο μου! […] Όχι, μάνα! Λιγότερα βάσανα από εμένα έχει η Πολυξένη που κάθεσαι και την κλαις. Σε εμένα δεν απομένει ούτε το τελευταίο που απομένει στους ανθρώπους. Η ελπίδα πως θα ξεγελάσω τον εαυτό μου πως κάτι ακόμα περιμένω. Σε τίποτα πια δεν ελπίζω. – Ανδρομάχη (Εύη Σαουλίδου)






Η Νάνσυ Σιδέρη αντιμετωπίζει την Κασσάνδρα ως ένα σώμα που αδυνατεί να χωρέσει το βάρος της γνώσης που κουβαλά. Η προφητεία δεν αποδίδεται μόνο με τον λόγο· διαπερνά ολόκληρη την κίνησή της. Άλλοτε το σώμα της τινάζεται σαν να αντιδρά σε μια αόρατη δύναμη, άλλοτε λυγίζει και μοιάζει με πληγωμένο ζώο που αναζητά διέξοδο. Η φωνή μετακινείται διαρκώς από την καθαρότητα στην έκσταση, χωρίς να χάνει ποτέ τη δραματική της ακρίβεια. Η στιγμή κατά την οποία διεκδικεί την αυτοδιάθεση του ίδιου της του σώματος είναι από τις πιο αιχμηρές της παράστασης. Μέσα σε έναν κόσμο όπου οι γυναίκες αντιμετωπίζονται ως λάφυρα, η Κασσάνδρα επιλέγει να πάρει η ίδια μια απόφαση για τη ζωή της. Και μόνο αυτή η επιλογή μετατρέπει τη σκηνή σε μια βαθιά πολιτική πράξη.
Κορίτσια να μην μου βάλετε στεφάνι γάμου, βάλτε της νικήτριας το στεφάνι στο κεφάλι μου! […] Όχι, δεν είναι γάμος αυτός! Είναι εκδίκηση! Για τα αδέρφια μου και τον πατέρα μου. Η τελευταία μας χαρά είναι αυτή, μητέρα! Εγώ, το παιδάκι σου θα τιμωρήσω τον εχθρό που μας ρήμαξε! […] Ο έξυπνος άνθρωπος πρέπει να αποφεύγει τον πόλεμο, αν όμως σε αναγκάζουν να πολεμήσεις; Δεν είναι καλύτερα να πέσεις με το κεφάλι ψηλά; Το να παραδοθείς είναι ντροπή! – Κασσάνδρα (Νάνσυ Σιδέρη)






Η Βασιλική Τρουφάκου προσεγγίζει την Ελένη χωρίς να αναζητά εύκολη δικαίωση. Εμφανίζεται ψυχικά και σωματικά τραυματισμένη, με σκισμένα ρούχα, το σώμα σημαδεμένο από τη βία και το πρόσωπο κρυμμένο πίσω από το ύφασμα που της επιβάλλουν οι νικητές. Πριν ακόμη μιλήσει, έχει ήδη καταδικαστεί. Όταν, όμως, παίρνει τον λόγο, δεν προσπαθεί να εξωραΐσει τον εαυτό της. Επιμένει να ακουστεί. Υπενθυμίζει ότι ποτέ δεν όρισε πραγματικά τη ζωή ή το σώμα της· πάντοτε κάποιος άλλος αποφάσιζε γι’ αυτήν. Η ερμηνεία της αφήνει ανοιχτό ένα δύσκολο ερώτημα: πόσο εύκολα μετατρέπεται μια γυναίκα σε σύμβολο όλων των δεινών μιας κοινωνίας;
Σε περίμενα, άργησες πολύ! Δεν με γνώρισες ε; Εγώ είμαι. Η γυναίκα σου. Οτι απόμεινε από την όμορφη γυναίκα σου. Περίμενα αλήθεια νωρίτερα να με σώσεις από την ομηρία μου. Υπέφερα. Υπέμεινα κάθε ταπείνωση που θα μπορούσε άνθρωπος να υπομείνει. Πίστευα οτι θα βρεις έναν τρόπο να με φέρεις πίσω όρθια. Να πληρώσεις, αν χρειαστεί. Να παρακαλέσεις. Να επιμένεις! – Ελένη (Βασιλική Τρουφάκου)






Ο Αργύρης Ξάφης αποφεύγει να παρουσιάσει τον Ταλθύβιο ως έναν απλό εκπρόσωπο των νικητών. Στην αρχή κινείται με τη βεβαιότητα εκείνου που εκτελεί διαταγές χωρίς δεύτερη σκέψη. Όσο όμως οι ανακοινώσεις του γίνονται ολοένα και πιο σκληρές, η στάση του μεταβάλλεται ανεπαίσθητα. Οι λέξεις μοιάζουν να βαραίνουν τον ίδιο πριν ακόμη φτάσουν στους αποδέκτες τους. Παραμένει πιστός στις εντολές των Αχαιών, όμως πίσω από τον αγγελιαφόρο διακρίνεται ένας άνθρωπος που αντιλαμβάνεται το μέγεθος της καταστροφής και αδυνατεί να απαλλαγεί από την ευθύνη της συμμετοχής του.
Πόλεμε! Πως; Πως μπαίνεις μέσα στον άνθρωπο; Τρυπώνεις σαν το φίδι ύπουλα. Πως; Σε φοβόμαστε και ύστερα σε συνηθίζουμε, γελάμε και δεν ζούμε μακριά σου. Είδα καμένες πόλεις, ζώα νεκρά, παιδιά να ουρλιάζουνε, άντρες να κλαίνε σαν μωρά και μετά να γελάνε σκοτώνοντας. Γελάμε, γελάμε γιατί, αν δεν γελάσουμε, θα χάσουμε το μυαλό μας! – Ταλθύβιος (Αργύρης Ξάφης)



Στον αντίποδα, ο Μενέλαος του Γιώργου Χριστοδούλου εμφανίζεται με τη μέθη του απόλυτου νικητή. Διασχίζει τη σκηνή σαν να του ανήκουν τα πάντα. Πανηγυρίζει, χειρονομεί υπερβολικά, καταλαμβάνει τον χώρο με την αλαζονεία εκείνου που πιστεύει ότι η νίκη νομιμοποιεί τα πάντα. Η υπερβολή στην κίνησή του δεν υπηρετεί την κωμωδία· αποτυπώνει τη βεβαιότητα της εξουσίας ότι μπορεί να ορίζει όχι μόνο τις πόλεις, αλλά και τις ζωές των ανθρώπων.
Δεν υπάρχει κάτι που να θέλω να ακούσω από το στόμα της, Εκάβη. Τώρα τελείωσαν όλα. Όσα της έχουν συμβεί τα ‘θελε και τα ‘παθε. Είμαι όμως περίεργος εσύ τις θα της πεις. Θα ήθελα να σε ακούσω. – Μενέλαος (Γιώργος Χριστοδούλου)






Μην τα βάζεις μαζί μας δεν έχεις την δύναμη! – Ταλθύβιος (Αργύρης Ξάφης)
Η παρουσία της Άνας Τζουλάκη Χριστοδούλου ως Πολυξένης και του Μιχάλη Μήτση ως Αστυάνακτα λειτουργεί με τρόπο διακριτικό αλλά ουσιαστικό. Τα παιδιά δεν βρίσκονται στη σκηνή για να συγκινήσουν εύκολα το κοινό. Υπενθυμίζουν διαρκώς ποιοι πληρώνουν το μεγαλύτερο τίμημα σε κάθε πολεμική σύγκρουση. Η αθωότητά τους αντιπαρατίθεται στη βία των ενηλίκων και κάνει ακόμη πιο οδυνηρή την εξέλιξη της τραγωδίας.
Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτελεί ο χορός. Οι Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Ελένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά και Χρύσα Τουμανίδου δεν σχολιάζουν απλώς τα γεγονότα, όπως συμβαίνει παραδοσιακά στην αρχαία τραγωδία. Με την παρουσία τους αποκτούν πρόσωπο όλοι εκείνοι που η Ιστορία αφήνει συνήθως στο περιθώριο: οι άμαχοι, τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι, οι άνθρωποι με αναπηρία, όσοι δεν κρατούν όπλα αλλά υφίστανται τις πιο βαθιές συνέπειες του πολέμου. Η σκηνοθετική επιλογή να βρίσκονται αυτοί οι άνθρωποι διαρκώς μπροστά στα μάτια μας μετατρέπει τον χορό σε ζωντανή υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε πολεμική νίκη υπάρχουν αμέτρητες ζωές που δεν θα καταγραφούν ποτέ στα βιβλία της Ιστορίας.
Πόλη αυτής της μάνας γης. Της γης αυτής, που δεν ξεχνά! Λένε θα φύγω, μα εγώ τραγουδώ. Είμαι εδώ, ακόμα εδώ. Και έχω τις λέξεις μου να κρατηθώ. Τίποτε άλλο. Ούτε γη, ούτε ουρανό, ούτε Θεό. Οι θεοί μας εγκατέλειψαν εδώ και καιρό! – Χορός






Η σκηνοθεσία της Ελένης Ευθυμίου επιλέγει να στρέψει το βλέμμα όχι στους νικητές, αλλά σε όσους μένουν πίσω. Οι «Τρωάδες» δεν αφηγούνται μόνο την πτώση μιας πόλης· αφηγούνται τη ζωή που συνεχίζεται μετά την καταστροφή. Γι’ αυτό και η σκηνή γεμίζει από παιδιά και ανθρώπους με αναπηρία, πρόσωπα που συνήθως απουσιάζουν από τις πολεμικές αφηγήσεις. Δεν εμφανίζονται για να προκαλέσουν οίκτο ούτε λειτουργούν ως συμβολικές παρουσίες. Έχουν υπόσταση, συμμετέχουν στη δράση και αποκτούν φωνή. Η επιλογή αυτή μετατοπίζει το κέντρο βάρους της τραγωδίας: ο πόλεμος δεν παρουσιάζεται μέσα από τα κατορθώματα των ηρώων, αλλά μέσα από τις συνέπειές του πάνω στους πιο ευάλωτους.
Η σκηνογραφία της Ευαγγελίας Κιρκινέ ακολουθεί την ίδια λογική της λιτότητας. Τα κεκλιμένα επίπεδα και ο σκοτεινός σκηνικός χώρος δεν επιχειρούν να αναπαραστήσουν την Τροία. Δημιουργούν έναν τόπο που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε εμπόλεμη περιοχή, οποιαδήποτε πόλη μετά την καταστροφή. Οι ηθοποιοί κινούνται πάνω σε αυτό το σκληρό τοπίο σαν να αναζητούν μάταια κάτι από τον κόσμο που έχασαν. Όσο εξελίσσεται η παράσταση, ο χώρος μοιάζει να βαραίνει από τις απουσίες περισσότερο παρά από την παρουσία των προσώπων.
Πάντοτε άδικη είναι η μοίρα, ανεβάζει αυτούς που είναι ένα τίποτα και συρρικνώνει αυτούς που νομίζουν οτι είναι κάτι! – Εκάβη (Λυδία Φωτοπούλου)






Τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη λειτουργούν αφηγηματικά και όχι μόνο αισθητικά. Οι μπλε αποχρώσεις στα παιδιά και στην Κασσάνδρα κρατούν ζωντανή μια αίσθηση αθωότητας που έρχεται διαρκώς αντιμέτωπη με τη βία. Οι γήινοι τόνοι των γυναικών της Τροίας τις συνδέουν με τον τόπο που χάνουν, ενώ το μαύρο της Εκάβης και της Ανδρομάχης μοιάζει να προαναγγέλλει το πένθος πριν ακόμη ειπωθεί η πρώτη λέξη. Τα κοστούμια δεν επιβάλλονται στο βλέμμα· υπηρετούν διακριτικά τη δραματουργία και ενισχύουν τις σχέσεις ανάμεσα στα πρόσωπα.
Η μουσική του Λευτέρη Βενιάδη δεν συνοδεύει απλώς τη δράση, αλλά συνομιλεί μαζί της. Υπάρχουν στιγμές όπου περιορίζεται σε έναν επίμονο, σχεδόν υπνωτικό παλμό και άλλες όπου αποκτά μεγαλύτερη ένταση, ακολουθώντας τη συναισθηματική διαδρομή των ηρώων. Ξεχωρίζει ο ήχος του όμποε, που προσθέτει μια λεπτή μελαγχολία χωρίς να οδηγεί τη συγκίνηση. Η παρουσία των μουσικών επί σκηνής – της Σοφίας Καμαγιάννη στο πιάνο, του Γιώργου Μπουκαούρη στα κρουστά και του Σοφιανού Πεσιρίδη στο όμποε – ενσωματώνεται οργανικά στην παράσταση, καθώς οι ίδιοι συμμετέχουν στη δημιουργία της ατμόσφαιρας και όχι απλώς στη μουσική επένδυση.






Η κινησιολογία του Τάσου Παπαδόπουλου αναδεικνύει το σώμα ως φορέα της τραυματικής εμπειρίας. Οι γυναίκες κινούνται άλλοτε διστακτικά, σαν να φοβούνται ακόμη και τον χώρο που τις περιβάλλει, και άλλοτε με απότομες, σχεδόν βίαιες κινήσεις, όταν επιχειρούν να αντισταθούν στη μοίρα που τους επιβάλλεται. Αντίστοιχα, οι στρατιώτες καταλαμβάνουν τη σκηνή με βεβαιότητα και επιθετικότητα, αποτυπώνοντας τη σχέση ισχύος χωρίς να χρειάζονται περιττές χειρονομίες. Η κίνηση δεν λειτουργεί ως διακοσμητικό στοιχείο· γίνεται ένας ακόμη τρόπος αφήγησης.
Ποτέ κανείς δεν φέρθηκε με σεβασμό σε κάποιον που έχασε τον νου του! – Εκάβη (Λυδία Φωτοπούλου)
Οι φωτισμοί της Ζωής Μολυβδά – Φαμέλη μεταβάλλουν διαρκώς την αίσθηση του χώρου. Άλλοτε απομονώνουν τα πρόσωπα, τονίζοντας τη μοναξιά τους, κι άλλοτε αφήνουν τη σκηνή να βυθιστεί σχεδόν ολοκληρωτικά στο σκοτάδι. Οι συνεχείς αυτές μεταβολές ακολουθούν τον ρυθμό της παράστασης και εντείνουν την αίσθηση αβεβαιότητας που βιώνουν οι ήρωες. Το φως δεν ωραιοποιεί τις εικόνες· τις κάνει ακόμη πιο ευκρινείς.
Και ύστερα έρχεται το τέλος. Οι νεκροί δεν επιστρέφουν. Δεν υπάρχει κάθαρση. Δεν υπάρχει δικαίωση. Μόνο ρούχα. Ρούχα απλωμένα πάνω στα κεκλιμένα επίπεδα της σκηνής. Ρούχα ανθρώπων που κάποτε είχαν όνομα, οικογένεια, όνειρα, μια καθημερινότητα που διακόπηκε βίαια. Ρούχα που θυμίζουν πως μετά από κάθε πόλεμο μένουν πίσω αντικείμενα που περιμένουν μάταια εκείνον που δεν θα επιστρέψει ποτέ.
Μην με ξεχάσετε παρακαλώ, το όνομα μου είναι… – Χορός






Η παράσταση δεν μιλά μόνο για την Τροία. Μιλά για κάθε πόλη που έγινε συντρίμμια. Για κάθε μητέρα που έψαξε το παιδί της. Για κάθε παιδί που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει. Για κάθε άνθρωπο που χαρακτηρίστηκε «παράπλευρη απώλεια», λες και υπάρχει απώλεια που μπορεί να θεωρηθεί παράπλευρη.
Οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη γράφτηκαν πριν από περισσότερα από δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Κι όμως, βγαίνοντας από το θέατρο, ένιωσα πως δεν είχα παρακολουθήσει μια ιστορία του παρελθόντος. Είχα παρακολουθήσει την επικαιρότητα. Ίσως γι’ αυτό το έργο εξακολουθεί να μας συγκλονίζει. Γιατί ο άνθρωπος προόδευσε στην τεχνολογία, στις επιστήμες, στην επικοινωνία. Στον πόλεμο, όμως, εξακολουθεί να επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη. Και ο Ευριπίδης συνεχίζει, αιώνες μετά, να μας κοιτάζει κατάματα και να μας ρωτά: Τελικά, υπάρχει νικητής σε έναν πόλεμο;
Καμία λογική. Απολύτως καμία λογική δεν συνοδεύει τις πράξεις. Είμαστε έρμαια στο χάος που ορίζει το νου και τις σκέψεις σας! […] Οι εχθροί δολοφονούν αθώα παιδιά! Αυτό θα σκαλίσουμε στον τάφο σου! Για να ντρέπονται στον αιώνα όλοι όσοι νομίζουν οτι μπορούν να δολοφονούν αθώους για να κατακτούν όσα δεν τους ανήκουν […] Μωρός είναι ο άνθρωπος που νομίζει οτι για πάντα θα ευτυχεί! Η ευτυχία είναι άστατη. Πηδά από τον έναν στον άλλον. Ποτέ κανείς δεν ευτυχεί παντοτινά! Γυναίκες! Στολίστε το παιδί μου με ό,τι έχετε! Αυτά που έχουμε είναι πολλά. Είναι η ψυχή μας. Και πλεονάζει μπροστά στα ψυχρά χαμόγελα των δολοφόνων! – Εκάβη (Λυδία Φωτοπούλου)
Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑΣ: ΕΔΩ

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Σχεδιασμός ήχου: Σοφία Καμαγιάννη
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά
Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου
Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου
Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος
Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου
Παίζουν (αλφαβητικά): Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη), Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)
Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου
Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.
Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)
Φωτογραφίες: Karol Jarek
Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης













Η χειρότερη παράσταση που έχω δει μέχρι στιγμής στην Επίδαυρο. Οι ηθοποιοί ήταν υπερβολικοί στις ερμηνείες τους και δεν άφησαν κανένα χώρο κατανόησης του έργου. Η σκηνοθεσία ήταν κάκιστη, και αυτό φάνηκε από το πρώτο λεπτό. Οι ενδυμασίες όλων πάλι κάκιστες. Ήταν ένα χάσιμο χρόνου.