
«ζ-η-θ, ο Ξένος» | Επίδαυρος: Κριτική Παράστασης
Παρακολουθήσαμε την παράσταση «ζ-η-θ, ο Ξένος» στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, στις 11 Ιουλίου (πρεμιέρα) και στις 12 Ιουλίου, και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας μέσα από την παρακάτω ανασκόπηση.
✒️ Γράφει: Σωτήρης Σουλούκος
«ζ-η-θ, ο Ξένος»: Όταν οι θεοί πήγαν στην Επίδαυρο
Απλωμένα υφάσματα, καλάμια, ελιές, νερό ακούγεται να τρέχει από μία πηγή. Αυτά είναι τα σημάδια του τόπου: οι όχθες ενός ποταμού δίπλα στη θάλασσα.
Ραψωδία ζ: Η άφιξη του Ξένου
Ένας όμιλος πέντε κοριτσιών εμφανίζεται από την αριστερή πάροδο. Παίζουν ανέμελες, όμορφες, με προσεγμένη εμφάνιση. Φωτισμένες από φως απογευματινό, μοιάζουν ξέγνοιαστες, σχεδόν άυλες. Είναι νεράιδες; Είναι οπτασίες; Και ξαφνικά, από το πουθενά, εμφανίζεται ένας άνθρωπος, ένας ξένος. Βγαίνει κάτω από ένα δέντρο και σέρνεται προς το μέρος τους. Από σεμνότητα για να μην δουν πως είναι γυμνός, δεν σηκώνεται ούτε λεπτό. Είναι λυπημένος, μόνος κ φοβισμένος. Κι όμως, μέσα στη γύμνια του, έχει κάτι φιλόξενο. Ζητά βοήθεια, χωρίς να ενοχλεί. Είναι ξένος, μα οικείος. Μια σιωπηλή υπενθύμιση πως η αδυναμία, καμιά φορά, είναι ο πιο ανθρώπινος τρόπος να φανερωθείς.
«Όλοι οι φτωχοί και οι ξένοι είναι του Δια απεσταλμένοι» – Ναυσικά.
Έφτασε σε ένα μέρος χωρίς να ξέρει που είναι. Οι άλλοι έχουν ταυτότητα. Αυτός δεν έχει τίποτα. Γυμνός. Πεινασμένος. Τσακισμένος. Ξένος. Εκείνοι έχουν ρούχα, σπίτι, φαγητό, ταυτότητα.
Καθώς η Ναυσικά μιλάει μαζί του ένας όμιλος ανδρών έρχεται αργά πίσω από την ορχήστρα του αρχαίου θεάτρου. Μια σκηνή αθέατη για όσους βρίσκονταν στα χαμηλά καθίσματα του θεάτρου.
Ραψωδία η : Η Φιλοξενία
Στη συνέχεια η δράση μεταφέρεται με έναν τρόπο μαγικό μέσα στο παλάτι: η βασίλισσα Αρήτη, η Έλενα Τοπαλίδου, του κάνει μόνο μια ερώτηση: «Ποιος είσαι κ από που;». Η ταυτότητα και η καταγωγή του. Το μόνο που έχει σημασία. Ο όμιλος ανδρών που ερχόταν αργά πίσω από την ορχήστρα εμφανίζεται επάνω σε αυτή με είσοδο από τη δεξιά πάροδο. Πρόκειται για τον βασιλιά και τους ακολούθους του, τους ευγενείς της χώρας του. Όλοι παίρνουν τη θέση τους και η ιστορία συνεχίζεται. Ακολουθεί ένα δείπνο προς τιμή του ξένου: σύντροφοι είναι αυτοί που μοιράζονται τροφή. Φροντίζουν τον Ξένο: φιλοξενία. Του στρώνουν να κοιμηθεί.
«Ποιος είσαι και από που;» – Αρήτη
Καθώς κοιμάται ο Ξένος πίσω του εξελίσσεται ένα όνειρο. Η Τοπαλίδου μαζί με τις κοπέλες χορεύουν, σκηνή που επίσης δεν ήταν ορατή από τα κάτω καθίσματα. Είναι όνειρο με τη συνάντηση του με τις κοπέλες; Είναι Νύμφες στην ύπαιθρο; Τι είναι αλήθεια και τι πραγματικότητα;
Ραψωδία θ: Η αποκάλυψη του Ξένου
Όταν ξημέρωσε ακολούθησε ένα ακόμη γεύμα προς τιμή του Ξένου με τον αοιδό να τραγουδά. Τραγική ειρωνεία: όσα αναφέρει αφορούν τον Οδυσσέα, ενώ δεν γνωρίζει κάνεις την παρουσία του. Με τον τρόπο αυτό γίνεται σταδιακά και η αποκάλυψη του και ο ίδιος δηλώνει την ταυτότητα του. Ιδιαίτερα συγκινητική η σκηνή που του χαρίζουν κάποιο αγαπημένο αντικείμενο για ενθύμιο, για να τον συντροφεύσει στον δρόμο της επιστροφής του στο σπίτι του.
«Σε αυτόν τον κόσμο κανείς δεν μένει ανώνυμος» – Αλκίνοος

«ζ-η-θ, ο Ξένος»: Από Ξένος, Δικός
Κάποια σπαράγματα ερμηνείας:
Ξεκίνα η ραψωδία ζ και ο πρωταγωνιστής είναι ένας ξένος. Η υπόθεση εξελίσσεται και μόνο στο τέλος της ραψωδίας θ αποκαλύπτει την ταυτότητα του. Ενώ ακούγεται το όνομα Οδυσσέας πολλές φορές, ωστόσο, δεν μαρτυρά ποιος είναι.
Φαίνεται πως ο Μαρμαρινός δανείστηκε κάποια στοιχεία από την τραγωδία, όπως ο χορός (όμιλος ανδρών ή γυναικών) και τα ενσωμάτωσε στην απόδοση των τριών ραψωδιών. Με τον τρόπο αυτό υπήρχε, πολύ εύστοχα, ένας χορός με την Ναυσικά και ένας δεύτερος χορός με τον Αλκίνοο. Οι ακόλουθοι – συνοδοί τους. Με ανοιχτόχρωμα ενδύματα για τις νεαρές κοπέλες, που είναι ξέγνοιαστες έφηβες, και σκούρα, για τους ευγενείς Φαίακες. Διαχωρισμός με βάση την ταυτότητα τους. Και στο τέλος ενώνονται όλοι μαζί. Όπως και ο ξένος. Ο δικός, όπως λέει ο Όμηρος και έλεγε η μαμά μου, όταν αναφερόταν σε κάποιον συγγενή.
Ιδιαίτερα έξυπνη είναι η χρήση τριών ραψωδιών, οι οποίες δημιουργούν ένα σύνολο με αρχή (ραψωδία ζ), μέση (ραψωδία η) και το τέλος (ραψωδία θ), ακολουθώντας με σεβασμό τον αριστοτελικό ορισμό της τραγωδίας.
Ουσιαστικά ο Μαρμαρινός οπτικοποιεί την ομηρική φιλοξενία, η οποία ακολουθεί ένα συγκεκριμένο τελετουργικό σχήμα, που αποτυπώνει την αξία της αλληλοσεβασμού και της προστασίας του ξένου.
Αρχικά, η υποδοχή του ξένου είναι εγκάρδια και θερμή. Ο οικοδεσπότης, ο «ξενιστής», καλωσορίζει τον ξένο, απευθύνοντάς του τη λέξη «ξένε», καθώς το όνομά του παραμένει άγνωστο. Η χειραψία είναι συνήθως θερμή και συμβολίζει τη φιλία και τον σεβασμό. Ο ξενιστής προσκαλεί τον ξένο σε φιλοξενία και αμέσως τακτοποιεί τα όπλα του και ό,τι άλλο φέρει μαζί του, προσφέροντάς του έναν άνετο κάθισμα, συνήθως καλυμμένο με λινό ύφασμα ή προβιά, και, σε ορισμένες περιπτώσεις, υποπόδιο για τα πόδια του. Η θέση αυτή είναι περίοπτη, καθώς ο ξένος θεωρείται τιμώμενο πρόσωπο.
Στην περίπτωση πλούσιων φιλοξενιών, το λουτρό είναι ένα σημαντικό στοιχείο. Πριν από το γεύμα, ο ξένος λούζεται από υπηρέτριες, αλείφεται με λάδι και του προσφέρονται καθαρά ρούχα για να ξεκουραστεί από την ταλαιπωρία του ταξιδιού. Σε βασιλικές οικογένειες, πριν το γεύμα, μια υπηρέτρια φέρνει νερό και λεκάνη για να πλύνει τα χέρια του ξένου.
Ακολουθεί το γεύμα, το οποίο είναι το πιο σημαντικό μέρος της φιλοξενίας. Ο ξένος λαμβάνει την καλύτερη μερίδα φαγητού και ποτού, αφού η φιλοξενία συνδέεται με την ευημερία και την ευγένεια. Μετά το φαγητό, ο ξενιστής ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα για τον ξένο: ποιος είναι, από πού έρχεται και ποιος είναι ο σκοπός της επίσκεψής του.
Ο ξενιστής, αναγνωρίζοντας την αξία της φιλοξενίας, προσφέρει στον ξένο στέγη για όσο διάστημα χρειάζεται και φροντίζει τις ανάγκες του.
Η φιλοξενία ολοκληρώνεται συνήθως με την ανταλλαγή δώρων, ένα σημαντικό έθιμο που σφραγίζει τη φιλία και τη συντροφικότητα που γεννιέται από την κοινή εμπειρία. Τα δώρα, που προσφέρονται και από τους δύο, είναι σύμβολα της αμοιβαίας εκτίμησης και της αφοσίωσης, και αναδεικνύουν τη σημασία της διαρκούς σχέσης που αναπτύσσεται μεταξύ των φιλοξενούντων και των φιλοξενούμενων.


«ζ-η-θ, ο Ξένος»: Ηθοποιοί – ερμηνείες
Ο Χρήστος Παπαδημητρίου, ως Αλκίνοος, είναι εξαιρετικός στην επικοινωνία με το κοινό. Η σκηνική του παρουσία είναι άμεση και αυθεντική, και η ικανότητά του να μιλάει μέσα από τον ρόλο του τον κάνει να ξεχωρίζει. Κάθε κίνησή του, κάθε λέξη που λέει, έχει βάθος και φυσικότητα.
Η Έλενα Τοπαλίδου, ως Αρήτη, αποδεικνύει τη δύναμη της δωρικής ερμηνείας. Μέσα από κάθε κίνησή της, σωματοποιεί τον ρόλο, δίνοντάς του μια μοναδική ένταση και βάθος. Η λιτότητα της ερμηνείας της αφήνει μία έντονη αίσθηση, αποτυπώνοντας τον χαρακτήρα της με μεγάλη δυναμική.
Η Κλέλια Ανδριολάτου, ως Ναυσικά, αποτυπώνει με φυσικότητα την αμηχανία και την τρυφερότητα της ηλικίας της ηρωίδας. Αν και η εμφάνισή της είναι σύντομη, καταφέρνει να μεταδώσει όλη την αθωότητα και την ευαισθησία του χαρακτήρα με έντονα εκφραστικά μέσα. Η παρουσία της αφήνει μία γλυκιά εντύπωση, με την αίσθηση ότι η Ναυσικά ζωντανεύει για μια στιγμή.
Η Λένια Ζαφειροπούλου, ως Δημόδοκος, φέρνει μία ενδιαφέρουσα και έξυπνη προσέγγιση στον ρόλο της. Η φωνή της, αναμφισβήτητα υπέροχη και εκλεπτυσμένη, προσδίδει στον αοιδό μία ιδιαίτερη διάσταση, αυτήν της όπερας. Αυτό το στοιχείο όμως, δημιουργεί μία αίσθηση απόστασης από τον παραδοσιακό, λαϊκό χαρακτήρα του έπους.
Ωστόσο, αυτή η ερμηνεία μπορεί να προσφέρει έναν καινούριο τρόπο προσέγγισης του αοιδού στο παλάτι των Φαιάκων, ενσωματώνοντας μία πολυτέλεια και μία μεγαλοπρέπεια που αποδίδουν διαφορετική διάσταση στην ιστορία. Το ερώτημα είναι αν αυτή η έντονα φτιαγμένη, υψηλή ερμηνεία ταιριάζει με το υπόλοιπο ύφος του έργου ή αν δημιουργεί μια απόκλιση. Αν και ο χαρακτήρας του Δημόδοκου είναι λαϊκός και συνδεδεμένος με την ποίηση του δρόμου, η υπερβολική τελειότητα στη φωνή της Ζαφειροπούλου ίσως να προσφέρει μια ενδιαφέρουσα αντίθεση, που μπορεί να ενισχύσει την εκλεπτυσμένη εικόνα του τραγουδιστή που λέει την αλήθεια μέσα από την τέχνη του.
Ο Χάρης Φραγκούλης, ως ο Ξένος, ο Οδυσσέας, με την έντονη σωματικότητα του, αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο τον έκπτωτο ξένο. Ο πόνος του είναι βουβός, και ο φόβος εμφανής στην αρχή, καθιστώντας τον χαρακτήρα του ευάλωτο και συγκινητικό. Σταδιακά, όμως, η μετάβασή του προς την αγέρωχη και δυναμική του στάση στο τέλος είναι εντυπωσιακή, δίνοντας μία αίσθηση δύναμης και αποδοχής.
Η ερμηνεία του δημιουργεί μια έντονη συναισθηματική σύνδεση με τον θεατή. Στην αρχή, θέλεις να τον πάρεις αγκαλιά, να τον προστατέψεις και να του δώσεις κουράγιο να ξεπεράσει το φόβο του. Με την πορεία της παράστασης, όμως, βλέπεις τον ίδιο άνθρωπο να μεταμορφώνεται σε κάτι πιο ισχυρό, πιο περήφανο, και αυτός ο μετασχηματισμός δίνει στο ρόλο του μια ιδιαίτερη διάσταση.
Ο Χορός των Νυμφών με τις Γαλάτεια Αγγέλη, Ερατώ Μαρία Μανδαλενάκη, Χριστίνα Μπακαστάθη και Στέλλα Παπανικολάου δίνει μία αίσθηση αβίαστης ομορφιάς και μυστηρίου. Η παρουσία τους είναι γεμάτη χάρη και αρμονία, με την παρουσία και τις χορογραφίες τους να ενισχύουν την ατμόσφαιρα και να αποδίδουν τη μαγεία του κόσμου τους. Κάθε κίνηση και κάθε βλέμμα μοιάζει να διηγείται μια ιστορία, δίνοντας στους θεατές την αίσθηση ότι βρίσκονται σε έναν κόσμο πέρα από το χρόνο.
Από την άλλη, οι Φαίακες – Γαλάτεια Αγγέλη, Ηλέκτρα Γωνιάδου, Κλειώ-Δανάη Οθωναίου , Φωτεινή Τιμοθέου, Γιάννης Βάρσος, Νικόλας Γραμματικόπουλος, Νεκτάριος Θεοδώρου, Νίκος Καπέλιος, Κωστής Καπελλίδης, Νίκος Κουκάς, , Τίτος Μακρυγιάννης, Γιάννης Τομάζος και Γιάννης Χαρίσης– φέρνουν δύναμη και μεγαλοπρέπεια στην παράσταση. Οι ηθοποιοί αυτοί, με την παρουσία τους, μεταφέρουν την αίσθηση ενός λαού γεμάτου υπερηφάνεια και τιμή. Η αυστηρότητα στις κινήσεις τους και η ένταση στις ερμηνείες τους, δημιουργούν μία ατμόσφαιρα γεμάτη ένταση, ενώ ταυτόχρονα προσφέρουν βάθος στον χαρακτήρα τους.


Ο συνδυασμός αυτών των δύο ομάδων ενισχύει την αντίθεση μεταξύ του κόσμου των Νυμφών και των Φαιάκων, προσφέροντας μία ισχυρή και πλούσια δυναμική στην παράσταση.
«ζ-η-θ, ο Ξένος»: Σκηνικά – Κοστούμια – Φωτισμός
Η σκηνογραφία του Γιώργου Σαπουντζή στην παράσταση «ζ-η-θ, ο Ξένος» δημιουργεί έναν κόσμο απομόνωσης με λιτότητα και αφαιρετικότητα. Η χρήση γεωμετρικών σχημάτων ενισχύει την αίσθηση εγκλεισμού, αποτυπώνοντας την εσωτερική κατάσταση του «ξένου». Τα κοστούμια της Ελευθερίας Αράπογλου είναι αρκετά δημιουργικά και εμπνευσμένα. Μάλιστα πολλές φορές ο Ξένος με το άνω ένδυμα του μου θύμιζε το στίχο: «Για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη…».
Η μουσική του Άντη Σκορδή προσφέρει ηχητική ένταση και υπογραμμίζει τις συναισθηματικές κορυφώσεις του έργου, με αρμονίες που ακολουθούν την ψυχική πορεία του ήρωα. Οι χορογραφίες της Gloria Dorliguzzo ενσωματώνουν κινήσεις που άλλοτε γίνονται κατανοητές και άλλοτε όχι. Ο φωτισμός της Ελευθερίας Ντεκώ αναδεικνύει τη δραματική ένταση με σκιές και φωτεινές εναλλαγές, ενισχύοντας την εσωτερική αναζήτηση του ήρωα.
Οι μάσκες της Μάρθας Φωκά προσφέρουν μια μυθική διάσταση στην παράσταση, ενισχύοντας τη θεατρική μεταμόρφωση των χαρακτήρων και την απομάκρυνση του ξένου από την πραγματικότητα.
Η παράσταση «ζ-η-θ, ο Ξένος» του Μιχαήλ Μαρμαρινού εντυπωσιάζει με την αρμονία των τεχνικών στοιχείων. Η σκηνογραφία, τα κοστούμια, ο φωτισμός, η μουσική και η κίνηση συνεργάζονται άψογα για να δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα έντονης απομόνωσης και συναισθηματικής έντασης, προσφέροντας μια θεατρική εμπειρία γεμάτη βάθος και αισθητική αρτιότητα.
Ο θίασος έμεινε στο τέλος, καθισμένος στην τεράστια τράπεζα, περιμένοντας να αποχωρήσουν οι θεατές – καλεσμένοι τους. Οι δικοί τους ξένοι.
Ένα όμορφο θέαμα, αλλά με μια δυστοκία στην παρακολούθηση του. Ένας καμβάς επάνω στον οποίο ο Μαρμαρινός δημιούργησε και έπλεξε μία πρόταση για τρεις ραψωδίες της Οδύσσειας. Και σίγουρα οι θεοί του Ολύμπου βρέθηκαν εκεί για να δουν. Ο Μαρμαρινός θέλησε να δώσει σάρκα και οστά σε ένα κείμενο προορισμένο για αφήγηση. Μάλιστα, το κείμενο αυτό ή αποκόμματα του αναγραφόταν σε μία τεράστια οθόνη δεξιά των θεατών. Ωστόσο, το γεγονός πως υπήρχαν πολλές πληροφορίες (κείμενο, δράση, αφήγηση) ίσως αποσυντόνιζαν τους θεατές, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να παρακολουθήσουν πάντα αυτό που συμβαίνει. Άλλες φορές το κείμενο στην οθόνη έλεγε κάτι διαφορετικό, ενώ στη σκηνή διαδραματιζόταν κάτι άλλο (για παράδειγμα, σύμφωνα με το κείμενο ο Οδυσσέας καθόταν δίπλα στον Αλκίνοο, αλλά στην σκηνή καθόταν απέναντι του. Ακόμη, ο Ξένος δεν έκλαψε ούτε στιγμή, αν και ο Οδυσσέας στο Έπος κλαίει). Άλλοτε, υπήρχε μια δυσκολία να παρακολουθήσεις ποιος ηθοποιός μιλάει. Ίσως αν δεν υπήρχε κείμενο, αλλά κάποιος αφηγητής να ήταν πιο εύκολο να αντιληφθεί κάποιος τι συμβαίνει. Για παράδειγμα στις σκηνές με τα αγωνίσματα ή με τον χορό των Φαιάκων, κάποιος μπορεί να διαβάζει το κείμενο και να χάσει την κίνηση του χορού.
Εν κατακλείδι, πρόκειται για μια παράσταση με καλές στιγμές, αλλά που δεν είναι εύκολα κατανοητή για τον μέσο θεατή. Παρότι το χειροκρότημα στο τέλος υπήρξε γενναιόδωρο και δυνατό, κατά τη διάρκεια της παράστασης το κοινό έδειχνε αρκετά ανήσυχο. Σε διάφορα σημεία παρατηρήθηκαν αντιδράσεις δυσαρέσκειας, ενώ ένα μέρος των θεατών αποχώρησε πρόωρα, ήδη από τα μέσα της παράστασης.
Yπήρχαν σκηνές που, όπως ήδη αναφέρθηκε, διαδραματίζονταν πίσω από τη σκηνή και ήταν ορατές μόνο από τα ψηλότερα καθίσματα. Αντίθετα, οι θεατές στις πρώτες σειρές, δεν είχαν καμία οπτική επαφή με αυτές τις δράσεις. Ακόμη, σε πολλά σημεία, δεν ήταν ευδιάκριτη η ταυτότητα των ηθοποιών που μιλούσαν, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση. Επιπλέον, οι έντονες σπασμωδικές σωματικές εκφράσεις και οι έντονες φωνητικές εξάρσεις – ακατανόητες κραυγές και επαναλήψεις τους – προκαλούσαν συχνά μια αίσθηση αμηχανίας, σαν να παρακολουθούσε κανείς αποσπάσματα από θεατρική πρόβα ή σωματικές ασκήσεις των ηθοποιών, ενταγμένες στο κυρίως έργο.
Η πρόθεση του σκηνοθέτη, ίσως, να ενσωματώσει στοιχεία από τη διαδικασία της δημιουργίας στην τελική παρουσίαση, μπορεί να έχει ενδιαφέρον για έναν μυημένο θεατή, ωστόσο, για το ευρύτερο κοινό, η πρόταση παρέμεινε σε αρκετά σημεία ασαφής, αποστασιοποιημένη και, τελικά, δυσπρόσιτη.
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑΣ: ΕΔΩ
Αυτή η κριτική στοχεύει να προβάλει τις κεντρικές αρετές της παράστασης και να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να βιώσουν την εμπειρία από κοντά καθώς και να δείξει τις αδυναμίες αυτής.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Μετάφραση: Δημήτρης Μαρωνίτης
Σκηνοθεσία: Μιχαήλ Μαρμαρινός
Δραματουργική επεξεργασία: Ελένη Μολέσκη – Μιχαήλ Μαρμαρινός
Σκηνογραφία: Γιώργος Σαπουντζής
Σχεδιασμός κοστουμιών: Ελευθερία Αράπογλου
Μουσική σύνθεση: Άντης Σκορδής
Χορογραφία: Gloria Dorliguzzo
Σχεδιασμός φωτισμού: Ελευθερία Ντεκώ
Μάσκες: Μάρθα Φωκά
Α΄ βοηθός σκηνοθέτη: Ελένη Μολέσκη
Β΄ βοηθός σκηνοθέτη: Αλεξία Παραμύθα
Βοηθός σκηνογράφου: Κατερίνα Ζυρπιάδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Ερνέστα Χατζηλεμονίδου
Βοηθός χορογράφου: Στέλλα Μαστοροστέριου
Βοηθοί φωτισμού: Νάσια Λάζου, Σωτήρης Ρουμελιώτης
Μουσική διδασκαλία: Παναγιώτης Μπάρλας
Συνεργάτης από πλευράς ΚΘΒΕ για σκηνικά και κοστούμια: Δανάη Πανά
Οργάνωση παραγωγής: Εύα Κουμανδράκη
Φωτογραφίες: Mike Rafail (That Long Black Cloud)
ο ξένος και εμείς
ξένος: Χάρης Φραγκούλης
εμείς/Φαίακες: Γαλάτεια Αγγέλη, Κλέλια Ανδριολάτου, Γιάννης Βάρσος, Νικόλας Γραμματικόπουλος, Ηλέκτρα Γωνιάδου, Λένια Ζαφειροπούλου, Νεκτάριος Θεοδώρου, Νίκος Καπέλιος, Κωστής Καπελλίδης, Νίκος Κουκάς, Τίτος Μακρυγιάννης, Ερατώ Μαρία Μανδαλενάκη, Χριστίνα Μπακαστάθη, Κλειώ-Δανάη Οθωναίου, Χρήστος Παπαδημητρίου, Στέλλα Παπανικολάου, Φωτεινή Τιμοθέου, Γιάννης Τομάζος, Έλενα Τοπαλίδου, Χάρης Φραγκούλης, Γιάννης Χαρίσης
Μουσικοί επί σκηνής-τσέλο: Εύη Καζαντζή, Άλμπα Λυμτσιούλη, Αλίκη Μάρδα











